Ιστολόγιο

Στο παρόν ιστολόγιο δημοσιεύονται άρθρα και δικαστικές αποφάσεις τον οποίων η επιλογή στηρίχθηκε στην ιδιαιτερότητα των υποθέσεων που έκριναν και στο νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν


Σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 679/2016, ως προς την δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων ακολουθείται η πρακτική της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφορούν στα πρόσωπα των πληρεξουσίων δικηγόρων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις με αρ. 1319/2000, 43/2009 της Aρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση με αρ. 2/2006).

Μέρος I: Αστική ευθύνη διαφημιστικής εταιρείας για τον τραυματισμό οδηγού ο οποίος προσέκρουσε με το όχημά του σε διαφημιστική πινακίδα που έχει τοποθετηθεί επί διαχωριστικής νησίδας άνευ άδειας από την αρμόδια δημοτική αρχή


Συνηθισμένο είναι το φαινόμενο οδηγοί να εκτρέπονται της πορείας τους και να προσκρούουν με το όχημά τους επί διαφημιστικών πινακίδων που έχουν τοποθετηθεί παράνομα επί διαχωριστικής νησίδας ή επί άλλων παράνομα εγκατεστημένων κατασκευών. Ως προς το ζήτημα αυτό ο Άρειος Πάγος με την με αρ. 634/2009 απόφασή του (ΝΟΜΟΣ) έκρινε ως νόμω αβάσιμη την σχετική αγωγή αν σε αυτήν δεν αναγράφεται η δυσμενή επίδραση που είχε η πινακίδα (επί της οποίας προσέκρουσε μετά την εκτροπή του το όχημα) στην κυκλοφορία των οχημάτων (δηλ. απόσπαση της προσοχής, θάμπωση, περιορισμό της ορατότητας κλπ). Έκρινε ειδικότερα το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο ότι με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά της εκτροπής του οδηγού και της πρόσκρουσής του επί παρανόμως τοποθετηθείσας διαφημιστικής πινακίδας, δεν καταφάσκουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της τυχόν ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης του υπαίτιου και της επελθούσας ζημίας, ήτοι της πρόκλησης του ατυχήματος, αλλά ούτε και του αποτελέσματος αυτού (ήτοι π.χ. τον τραυματισμό του οδηγού), στο οποίο αποτέλεσμα κυρίως οι ενάγοντες θεμελιώνουν την υπαιτιότητα. Η άποψη αυτή του Αρείου Πάγου έρχεται σε αντίθεση με την με αρ. 1794/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (που υιοθετούν πάγια τα διοικητικά δικαστήρια) που δέχτηκε την ευθύνη του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. για την θανάτωση προσώπου του οποίου το όχημα προσέκρουσε σε διαφημιστική πινακίδα που είχε τοποθετηθεί παράνομα σε διαχωριστική νησίδα ασφαλείας με το σκεπτικό ότι τα όργανα του Δήμου παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την απομάκρυνση της πινακίδας. Στην κρίση του αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε χωρίς να εξετάσει το ζήτημα της αιτιώδους σύνδεσης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ της παράνομης τοποθέτησης της πινακίδας και του θανάτου του διερχόμενου οδηγού. Κατά την άποψή μου η δογματικώς ορθότερη και δικαιοπολιτικά επιδοκισμαστέα άποψη του Αρείου Πάγου ενισχύεται από τα κατωτέρω:

i) Όπως προκύπτει εκ των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 198 του Αστικού Κώδικα, προϋπόθεση της προς αποζημίωση ευθύνης διά ζημία προελθούσαν εξ υπαιτίου και παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως του προς αποζημίωση υποχρέου, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσης ζημίας, ή οποία υφίσταται όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά την συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περιπτώσει (ΑΠ 934/1980 ΝοΒ 29, 309, ΑΠ 1448/1980 ΝοΒ 29, 709). Το ζημιογόνο γεγονός δεν δύναται να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, καίτοι συνέβαλε αναμφιβόλως στην παραγωγή της, αν η ζημία επήλθε διότι παρενεβλήθησαν και άλλες εξαιρετικές και όλως απρόβλεπτες περιστάσεις, απολύτως ξένες προς την συνήθη κανονική πορεία των πραγμάτων (EφΑθ 8200/1984 Αρμ 985, 215). Τούτο θα κριθή κατά την προτιμητέα αντίληψη της αντικειμενικής, αλλ’ ουχί εκ των υστέρων προγνώσεως (βλ. Λιτζερόπουλον εν ΕρμΑΚ Εισαγ. άρθρων 297-300 αριθμ. 44, 45, K. Larenz, Lehrbuch des Schuldrechts, Allg. Teil, 12η έκδ. 1979 παρ. 27 ΙΙΙ Β, σελ. 361, 362). Είναι πάντως ευνόητο ότι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την ζημία και όσο περισσότερο αυξάνει ο αριθμός των μεσολαβούντων άλλων συντελεστικών αιτίων μεταξύ αυτής και του γεγονότος, εφ’ ου στηρίζεται η αξίωση αποζημιώσεως, τόσο δυσκολότερη καθίσταται η κατάφαση της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας (βλ. Λιτζερόπουλον, ένθανωτ. υπ αρθρ. 297-300 αριθ. 57, 58, 59 Κ. Larenz, ένθ` ανωτ. παρ. 27 ΙΙΙ-4, σελ. 371, 5 σελ. 374, Deutsch, JZ 72. 551, BGΗΖ 43.178).

Επίσης κατά την ελληνική νομολογία μόνη η παράβαση του Κ.Ο.Κ. δεν συνεπάγεται υπαιτιότητα (ΑΠ 1107/2002 ΕπΣυγκΔ 2005, 309, ΑΠ 1658/2002 ΕπΣυγκΔ 2005, 240, ΑΠ 567/2006 ΕπΣυγκΔ 2006, 333), αλλά αποτελεί στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΕφΛαρ 579/2002 ΕπΣυγκΔ 2005, 414).

Υπό το πρίσμα αυτό η ΣτΕ 758/2007, ΝΟΜΟΣ έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων οδηγός του αυτοκινήτου που έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα όταν αυτό προσέκρουσε σε υπερυψωμένο κράσπεδο του οδοστρώματος, στο οποίο υπήρχαν όγκοι βράχων και χώματος λόγω κατολισθήσεων που είχαν προηγηθεί και όχι το Δημόσιο, που δεν είχε κατασκευάσει προστατευτικό τοίχο στο συγκεκριμένο σημείο της εθνικής οδού, ενώ η ΕφΛαρ 254/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007, 522 δέχτηκε αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού που δεν είχε τον έλεγχο του οχήματος, εισήλθε, παραβιάζοντας τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με τα αντιθέτως κινούμενα ποδήλατα ανηλίκων, των οποίων η μη κίνηση των ανηλίκων στο άκρο δεξιό της οδού επί του υπάρχοντος χωμάτινου ερείσματος και ο μη εφοδιασμός των ποδηλάτων με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία κρίθηκε ότι δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Η ΕφΘεσ. 790/2009 Αρμ 2010, 48 έκανε δεκτό ότι η κίνηση του πεζού στο αντίθετο ρεύμα πορείας σε σχέση μ` αυτό του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναιρεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στη συμπεριφορά του πεζού και την πρόκληση του ατυχήματος.

Στην περίπτωση συνεπώς που το όχημα εξετράπη της πορείας του και μόνο αφού εξήλθε του οδοστρώματος, προσέκρουσε στην πινακίδα που βρισκόταν επί της διαχωριστικής νησίδας, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τυχόν ζημιογόνου πράξης της διαφημιστική εταιρείας και του τραυματισμού οδηγού. Από τη στιγμή που το αυτοκίνητο εξήλθε του οδοστρώματος, το επελθόν αποτέλεσμα της εκτροπής, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με δήθεν παράνομη πράξη της υπαίτιας εταιρείας, καθόσον η συμπεριφορά αυτή, με την υποτιθέμενη τοποθέτηση της ως άνω διαφημιστική πινακίδας επί του πεζοδρομίου σε οποιαδήποτε απόσταση (είτε στα 30 εκ. είτε στα 3 μέτρα), πάντως εκτός του οδοστρώματος, είτε παράλληλα, είτε και κάθετα προς τον άξονα της οδού είτε πακτωμένη σε σταθερή τσιμεντένια βάση είτε άλλως πως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την λογική, δεν ήταν ικανή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιζήμιο ως άνω αποτέλεσμα. Ούτε και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, δεν ήταν η ύπαρξη της πινακίδας στη συγκεκριμένη θέση (ακόμη κι αν δεν είχε σωστά τοποθετηθεί), το αίτιο που προκάλεσε τα ζημιογόνα αποτελέσματα, αλλά η σφοδρή πρόσκρουση του κινούμενου ανελέγκτως αυτοκινήτου επί της πινακίδας αυτής. Δεν είναι η πινακίδα η αιτία του τραυματισμού του οδηγού αλλά η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του πάνω σε αυτήν (βλ. ad hoc βουλ. ΑΠ 125/2005 ΝΟΜΟΣ) για την οποία ευθύνεται ο εμπλεκόμενος οδηγός.

Δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι αυτή η εκτροπή οφείλεται συνήθως στην απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου από τον οδηγό του, στην υπερβολική και πάνω από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητά του, στην εκτροπή του προς τα δεξιά/αριστερά, στην μη τροχοπέδησή του και την μη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού και σε άλλες αμελείς και αντικανονικές ενέργειες του οδηγού. Mε άλλα λόγια η τοποθέτηση της πινακίδας δεν αποτελούσε σε καμία περίπτωση «ενεργητική αρχή» για τη επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Κατά την λογική και την κοινή πείρα η διαφημιστική πινακίδα (όπως και όλες οι αυθαίρετες κατασκευές που βρίσκονται δίπλα στο οδόστρωμα των οδών, π.χ. αυθαίρετες οικοδομές) δεν ενέχει το κίνδυνο εισόδου του αυτοκινήτου στο σημείο αυτό και κάθε τέτοια πράξη (τοποθέτησης πινακίδας ή κατασκευή αυθαιρέτου οικοδομής) δεν συνεπάγεται την παραγωγή ενός τέτοιου αποτελέσματος. Η ίδια η πράξη της παράνομης τοποθέτησης διαφημιστικής πινακίδας είναι καθαυτή επικίνδυνη, θέτει δηλαδή κάτω από τις συγκεκριμένες κάθε φορά περιστάσεις εμπειρικούς όρους κινδύνου για το έννομο αγαθό της ζωής των διερχόμενων οδηγών και μπορεί να οδηγήσει αυτοδύναμα στην βλάβη μόνο εφόσον επηρεάζει την οδηγική τους συμπεριφορά (αποσπά την προσοχή τους, τους θαμπώνει, αποκρύπτει ή προκαλεί σύγχυση με φωτεινούς σηματοδότες ή πινακίδες σήμανσης, καταλαμβάνει μέρος του οδοστρώματος). Αν δεν ενεργοποιηθεί τέτοιος κίνδυνος ο οποίος στη συνέχεια πραγματώθηκε με την επελθούσα βλάβη του αγαθού της ζωής, τότε η πράξη της παράνομης τοποθέτησης της διαφημιστικής πινακίδας δεν βρίσκεται σε φυσική ενότητα με το επελθόν αποτέλεσμα.

Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η λειτουργία της προϋπόθεσης της αιτιώδους συνάφειας στο είδος του ατυχήματος που εξετάζουμε λεκτέα επιπρόσθετα τα ακόλουθα:

Η εξεταζόμενη περίπτωση είναι συναφής με την σύγκρουση ενός αυτοκινήτου με στατικό εμπόδιο, όπως π.χ. συμβαίνει στην συνηθισμένη περίπτωση της σύγκρουσης ενός αυτοκινήτου με άλλο σταθμευμένο όχημα. Όπως έχει κριθεί, η παράνομη στάθμευση ενός αυτοκινήτου δεν τελεί άνευ ετέρου σε αιτιώδη συνάφεια με την σύγκρουση εφόσον το σταθμευμένο όχημα δεν παρεμπόδιζε την κυκλοφορία του διερχόμενου ζημιωθέντος αυτοκινήτου. Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι η διατύπωση της ΕφΠατρ 160/2003 ΑχΝομ 2004, 533 : « … Από τα περιστατικά αυτά η ένδικη σύγκρουση και οι εντεύθεν ζημίες του ενάγοντος οφείλονται στην κατά τα ανωτέρω αμελή συμπεριφορά (οδήγηση) του ίδιου του ενάγοντος, ενώ τέτοια υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον εναγόμενο εκκαλούντα, του οποίου η προαναφερθείσα πράξη (παράνομη στάθμευση), αν και απετέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, εν ελλείψει του οποίου το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν, δεν τελεί εν τούτοις σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό (αποτέλεσμα), αφού η εν λόγω πράξη … από μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη δεν είναι ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ανωτέρω αποτέλεσμα (σύγκρουση αυτοκινήτων) … πολλώ μάλλον που εν προκειμένω το αυτοκίνητο του εναγομένου ήταν σταθμευμένο στην ως άνω θέση προ αρκετών ωρών (από τις βραδινές ώρες της προηγουμένης) και η διέλευση των οχημάτων από το σημείο της σταθμεύσεως γινόταν απρόσκοπτα, με μικρή παράκαμψη του σταθμευμένου αυτοκινήτου, το οποίο δεν περιόριζε την ορατότητα της οδού. Επομένως οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται εις αποζημίωση του ενάγοντος.». Όμοια και η ΑΠ 123/1988 ΠοινΧρ 1988, 594, που έκρινε ότι η μη τοποθέτηση του προειδοποιητικού τριγώνου από τον οδηγό του σταθμευμένου λεωφορείου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόσκρουση επ’ αυτού του κινούμενου με υπερβολική ταχύτητα αυτοκινήτου. Με το ίδιο σκεπτικό η ΜΠρΚαλαμ 11/2006, ΕπιθΣυγκ 2007, 43 δέχτηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού ο οποίος δεν ασκούσε έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το σταθμευμένο στην πορεία του απορριμματοφόρο και να επιπέσει επ’ αυτού. Όμοια και η ΑΠ 979/1994 ΕπΣυγκΔ 1995, 309 που έκρινε ανυπαίτιο τον παραλείψαντα την τριγωνική πινακίδα αφού το σταθμευμένο όχημα ήταν ορατό εκ μακράς αποστάσεως λόγω ευθείας οδού επί 1.500 μ. και λόγω επαρκούς φωτισμού ενόψει και της θέσεως του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αρκετά ψηλά ώστε να δύναται αυτός να έχει τον έλεγχο της οδού.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η ΑΠ 433/2001 ΠοινΛογ 2001, 551, η οποία αναίρεσε σχετική καταδικαστική απόφαση με το αιτιολογικό ότι δεν διευκρίνιζε ποια ήταν η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος (να σταθμεύσει παράνομα το αυτοκίνητό του) και του αποτελέσματος της σύγκρουσης, ενόψει της παραδοχής ότι λόγω της στάθμευσης του αυτοκινήτου, προκλήθηκε το αποτέλεσμα, χωρίς άλλη παραδοχή ότι υπήρχε στο σημείο εκείνο έλλειψη ορατότητας ή φωτισμού, ή αδυναμία διελεύσεως του άλλου οχήματος από το υπόλοιπο (πλάτους 5,20 μέτρων) οδόστρωμα ή άλλο εμπόδιο, ώστε να μπορούσε ο αναιρεσείων, με τις συνθήκες αυτές, να προβλέψει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική το πιο πάνω αξιόποινο αποτέλεσμα και να το αποφύγει.

Επίσης η ΠλημμΠατρ 377/1997 ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 1998, 602 απάλλαξε από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του ιδιοκτήτες των σταθμευμένων αυτοκινήτων και τον Δήμαρχο, που έδωσε την εντολή για την τοποθέτηση του κάδου απορριμμάτων στο οδόστρωμα με το σκεπτικό ότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα του θανάτου του οδηγού ακριβώς διότι βρίσκονταν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, χωρίς να εμποδίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων. Απάλλαξε επίσης και τον εργολάβο που είχε αφήσει σωρό από μπάζα στο οδόστρωμα με το αιτιολογικό ότι δεν βρισκόταν επί της εθνικής οδού, αλλά κυρίως σε πάροδο και δεν κάλυπτε περισσότερο από 0,5 μέτρα της εθνικής οδού και υπήρχε μάλιστα και η δυνατότητα, από αρκετή απόσταση, να τον αντιληφθεί κάποιος οδηγός. Γι` αυτό το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έκρινε ότι «παρά την ύπαρξη του έργου σε συνδυασμό και με το μεγάλο πλάτος του οδοστρώματος, η κίνηση των οχημάτων γινόταν ευχερώς και ακινδύνως, χωρίς να προκληθεί κανένα ατύχημα από την ημέρα ολοκλήρωσης των έργων».

Σημειώνω την πολύ χρήσιμη εισαγγελική πρόταση επί του ανωτέρω βουλεύματος αναφορικά την ευθύνη του εργολάβου που είχε αφήσει χαλίκια στο οδόστρωμα : «Διότι αν θεωρήσουμε ότι τα χαλίκια υπήρχαν στο σημείο εκείνο, θα υπήρχαν ήδη για πολλές ώρες μετά το πέρας του έργου για όλους τους οδηγούς που εκινούντο με κανονικές ταχύτητες και εν τούτοις δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα άλλο ατύχημα. Κυριάρχησε συνεπώς στην αιτιώδη διαδρομή προς το προκληθέν αποτέλεσμα η ενέργεια του θύματος ναναπτύξει και διατηρήσει υπερβολική ταχύτητα ανεπιτρέπτως σε επικίνδυνο σημείο της οδού που τον ανάγκασε στη συνέχεια να τροχοπεδήσει όταν πλέον ήταν αδύνατον ν αποφύγει την εκτροπή του αυτοκινήτου. Όση λοιπόν προσοχή κι αν κατέβαλλε ο κατηγορούμενος-εργολάβος, υποτιθεμένου πάντα ότι άφησε κάποια ποσότητα χαλικιών στο οδόστρωμα, δεν μπορούσε να προβλέψει το γεγονός του θανάτου του παθόντος, διότι δεν ανέμενε ότι, στο δύσκολο αυτό σημείο του δρόμου και σε κατοικημένη περιοχή, ο οδηγός του αυτ/του θα έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Η παράλειψη του αυτή μόνο σαν μια ουδέτερη και στατικού χαρακτήρα αβλεψία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, η οποία σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να συνδεθεί με το αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος, που μόνο του το τελευταίο προκάλεσε»