Ιστολόγιο

Στο παρόν ιστολόγιο δημοσιεύονται άρθρα και δικαστικές αποφάσεις τον οποίων η επιλογή στηρίχθηκε στην ιδιαιτερότητα των υποθέσεων που έκριναν και στο νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν


Σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 679/2016, ως προς την δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων ακολουθείται η πρακτική της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφορούν στα πρόσωπα των πληρεξουσίων δικηγόρων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις με αρ. 1319/2000, 43/2009 της Aρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση με αρ. 2/2006).

Αξιωση διαφυγόντος κέρδους από ελεύθερο επαγγελματία – αξίωση βελτιωμένης διατροφής


Από την με αρ. 560/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, βρίσκουμε αφορμή να εξετάσουμε δύο από τα συνηθισμένα θέματα που απασχολούν την ελληνική νομολογία στο πεδίο των αυτοκινητικών διαφορών. Το πρώτο αφορά την αξίωση που ασκεί το θύμα με την οποία ζητεί την καταβολή των κερδών και εν γένει εισοδημάτων, τα οποία απώλεσε ως ελεύθερος επαγγελματίας συνεπεία τροχαίου ατυχήματος και το δεύτερο την αξίωση που σχετίζεται με τις δαπάνες βελτιωμένης διατροφής με τις οποίες επιβαρύνεται για την αποκατάσταση της υγείας του.

Στην περίπτωση που εξέτασε η με αρ. 560/2018 απόφαση ο ενάγων διατηρούσε επιχείρηση παρασκευής και πώλησης ετοίμων γευμάτων (σουβλατζίδικο). Από το τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απασχοληθεί στην επιχείρησή του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την αξίωση αποζημίωσης διαφυγόντων κερδών καθώς, εφόσον ο ενάγων δεν αμείβεται με μισθό, θα έπρεπε να προσδιορίζει στο δικόγραφό του πως υπολογίζεται το εκτιθέμενο από αυτόν ως απωλεσθέν εισόδημα με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που παρέλειψε να κάνει. Η εν λόγω κρίση της απόφασης ανταποκρίνεται σε όσα πάγια γίνονται δεκτά από την ελληνική νομολογία στο ζήτημα αυτό. Ειδικότερα:

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, δηλαδή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Ως τέτοιο κέρδος, λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί. Ως διαφυγόντα κέρδη θεωρούνται και τα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις μετά πιθανότητας προσδοκώμενα έσοδα, τα 2 οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το αδικοπρακτικό γεγονός, θα προσποριζόταν (ΕφΔωδ. 114/2012, ΝΟΜΟΣ) και τα οποία συνήθως προέρχονται από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας ή την παροχή μισθωτής εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ επελθούσα ζημία αποτελεί δηλαδή και η αναφερόμενη στο χρονικό διάστημα μεταξύ της βλάβης του σώματος ή της υγείας και της άσκησης της αγωγής (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, § 17, αρ. 34, σελ. 266) μη είσπραξη των εισοδημάτων του παθόντος, τα οποία άλλως θα αποκόμιζε. Επομένως, η επελθούσα ζημία του στην περίπτωση αυτή συνίσταται επί μεν μισθωτού στην διακοπή του μισθού από τον εργοδότη λόγω ανικανότητας προσφοράς εργασίας (ΕφΔωδ. 166/2012, ΝΟΜΟΣ), όπως και στην απώλεια διαφόρων επιδομάτων άδειας, δώρων κλπ. (ΕφΠατρ. 319/2009, ΑχΝομ. 2010/591, ΕφΠατρ. 707/2007, ΑχΝομ. 2008/100, ΕφΠατρ. 28/2005, ΑχΝομ. 2006/53, ΕΑ 4607/2003, ΕλλΔνη 2006, 1449), επί δε ελεύθερου επαγγελματία στη ματαίωση του καθαρού κέρδους που θα αποκόμιζε αφαιρουμένων των εξόδων από τη λειτουργία της επιχείρησής του (ΑΠ 1305/2014, ΧρΙΔ 2015, 107). Για να δικαιούται αποζημίωση ο τελευταίος πρέπει να αποδείξει αφενός ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να ασκεί, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη του σώματος ή της υγείας του και αφετέρου ότι με τον τρόπο αυτό ζημιώθηκε τουλάχιστον τα ποσά που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια απασχόληση. Ο υπολογισμός των διαφυγόντων κερδών του γίνεται στην περίπτωση αυτή με βάση τα δεδομένα του αμέσως προγενέστερου του τραυματισμού χρόνου (ΑΠ 1305/2014, ο.π.), δεδομένου ότι η ζημία από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 111 § 2, 118 και 216 § 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, για το ορισμένο και την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση ως αποζημίωση του διαφυγόντος κέρδους, δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους. Απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, των ειδικών περιστάσεων και ληφθέντων μέτρων που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος κατά τα επί μέρους κονδύλια, ο καθορισμός του ύψους του καθαρού κέρδους που θα αποκόμιζε ο ενάγων από την 3 εκμετάλλευση του πράγματος ή του δικαιώματος, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητά του. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και για το λόγο αυτό απορριπτέα (ΑΠ 1067/2014 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 22/1995, ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 1062/2008, ΑΠ 559/2004, ΑΠ 1147/2003, ΑΠ 762/2000, ΑΠ 754/2000, ΕφΑθ 37/2009, ΕφΑθ 4594/2005, ΕφΑθ 256/2005 ΝΟΜΟΣ).

Το ζήτημα του καθορισμού του ύψους των διαφυγόντων κερδών επιχείρησης ειδών εστίασης έχει κατά καιρούς απασχολήσει την ελληνική νομολογία, η οποία για κρίνει ορισμένο το σχετικό κονδύλιο απαιτεί από τον ενάγοντα να προσδιορίζει στο δικόγραφό του το ύψος των κονδυλίων που συνιστούν το διαφυγόν κέρδος, ήτοι τον αριθμό των ημερήσιων παραγγελιών ανά είδος (ποτά, αναψυκτικά, χυμούς, σαλάτες, κρύα πιάτα κλπ.) και τιμή, τις ποσότητες προϊόντων που κατανάλωνε ημερησίως ή μηνιαίως, τον αριθμό των πελατών που θα εξυπηρετούντο ημερησίως ή μηνιαίως, τον αριθμό του προσωπικού που απασχολούσε, τον μηνιαίο μισθό ή τα ημερομίσθια των εργαζομένων και τις ασφαλιστικές τους εισφορές, τον φόρο εισοδήματος που τον επιβάρυνε κλπ. (βλ. ΑΠ 1453/2009, ΕφΔωδ 200/2004, ΝΟΜΟΣ). Χωρίς το αναγκαίο αυτό περιεχόμενο, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη. Στο σημείο αυτό είναι ενδεικτικές οι κάτωθι αποφάσεις:

(α) Η ΑΠ 560/2010, ΝΟΜΟΣ (προσκομιζόμενη), η οποία απέρριψε ως αόριστη αγωγή μισθωτή για διαφυγόντα κέρδη από την λειτουργία καταστήματος ειδών εστιάσεως κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005 (εφόσον την 12-12- 2005 σφραγίσθηκε), παρ’ όλο που ανέφερε τα έσοδα και το σύνολο των εξόδων λειτουργίας του καταστήματος κατά μήνα (αγορές εμπορευμάτων και άϋλες, εκπιπτόμενες δαπάνες, μισθοδοσία και εργοδοτικές εισφορές, Φ.Π.Α. Ειδικότερα, η αγωγή κρίθηκε αόριστη με το ακόλουθο σκεπτικό : «εφ όσον δεν εξειδικεύονται σ` αυτή τα περιστατικά που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ούτε προσδιορίζονται ειδικώς τα τελευταία. Ειδικότερα, το ποσό των εσόδων αναφέρεται στην αγωγή συνολικώς, για τους αποτελούντες την βάση του υπολογισμού μήνες (Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005), χωρίς να προσδιορίζεται το είδος αυτών, οι εργασίες από τις οποίες προέκυπταν καθώς και ο τρόπος με τον οποίο προέκυπταν. Επίσης, το ποσό των εξόδων αναφέρεται συνολικώς, χωρίς να παρατίθενται τα περιστατικά και τα αριθμητικά δεδομένα τα οποία οδηγούν στην εξαγωγή αυτού, ήτοι δεν προσδιορίζονται τα είδη των εμπορευμάτων που ήσαν αναγκαία, οι ποσότητες αυτών και το επί μέρους τίμημα τούτων, σε τι συνίστανται “οι άϋλες αγορές” και οι 4 “εκπιπτόμενες δαπάνες”, ποιος ο αριθμός των εργαζομένων και η μισθοδοσία εκάστου τούτων, ώστε να μπορούν οι εναγόμενοι να αμυνθούν και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις».

(β) Συναφώς και η ΕφΑθ 1324/2010 ΕΔΠΟΛ 2011, 89 απέρριψε αγωγή μισθωτή εστιατορίων για διαφυγόντα κέρδη ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, παρ’ όλο που αναφέρονταν ο κατά μέσο όρο αριθμός ατόμων που εστιάζονταν καθημερινά, η μέση ακαθάριστη είσπραξη από κάθε άτομο και το ελάχιστο ποσοστό καθαρού κέρδος ανά άτομο, μετά την αφαίρεση όλων των εξόδων για τη λειτουργία της επιχείρησης (πρώτες ύλες, δαπάνες προσωπικού, μίσθωμα, φως, νερό, τηλέφωνο, κάθε είδους φόροι και τέλη) με το σκεπτικό ότι : «αναφέρονται μεν σε αυτή [αγωγή] για τον υπολογισμό του τα έσοδα των καταστημάτων ημερησίως, ο αριθμός των πελατών και το ποσοστό κέρδους και μάλιστα σταθερού καθόλη την προβλεπόμενη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης, χωρίς όμως να γίνεται μνεία για τα επί μέρους κονδύλια που συναπαρτίζουν το ποσοστό, που δεν αποτελεί κέρδος. Δεν αρκεί δε η αναφορά απλώς και μόνον σε σχέση με το ως άνω ιταλικό εστιατόριο “αφαιρουμένων των πάσης φύσεως εξόδων για τη λειτουργία της επιχείρησης [πρώτες ύλες, δαπάνες προσωπικού, μίσθωμα, φως, νερό, τηλέφωνο, πάσης φύσεως φόροι και τέλη]”, χωρίς εξειδίκευση τους κατά μήνα, ενόψει και του ότι παρόμοια αναφορά εξόδων δε γίνεται για τα άλλα καταστήματα που θα λειτουργούσε και ότι το ποσοστό κέρδους διαφοροποιείται σε καθένα από αυτά χωρίς να αναφέρεται η αιτία. Ακόμη δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανόν το κέρδος ως προς τα ως άνω κονδύλια από τη λειτουργία των καταστημάτων καθ όλη τη διάρκεια του έτους [οργάνωση και εμπειρία ανάλογης δραστηριότητας, τοποθεσία ακινήτου, πελατεία, διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης κλπ].».

(γ) Όμοια και η ΕφΠατρ 804/2009 ΑχΝομ 2010, 394 (προσκομιζόμενη), η οποία απέρριψε την αγωγή της μισθώτριας με την οποία αξίωνε διαφυγόντα κέρδη εξαιτίας πραγματικού ελαττώματος του μισθίου (καφετέρια – εστιατόριο), παρ’ όλο που ανέφερε το αριθμό των επισκεπτών της ημερησίως και το ποσό που θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από κάθε έναν εξ αυτών, «ενώ για να είναι ορισμένη η αγωγή της, έπρεπε να αναφέρεται ποια είναι μηνιαίως τα ακαθάριστα έσοδα της και πως προκύπτουν αυτά, ποιες είναι οι επιβαρύνσεις από προμήθειες υλικών, μισθώματα, ασφαλιστικές εισφορές, απασχόληση προσωπικού, λογαριασμούς οργανισμών κοινής ωφελείας, δημοτικά τέλη, φόρο εισοδήματος κλπ ή τουλάχιστον να προσδιορίζει το ποσοστό του κέρδους της επί των ακαθαρίστων εσόδων της, και σε τι 5 συνίσταται το ποσοστό που δεν αποτελεί κέρδη, ακολούθως δε μετά την αφαίρεση των άνω δαπανών και επιβαρύνσεων από τα ακαθάριστα έσοδα να προσδιορίζει το καθαρό κέρδος της».

Περαιτέρω, ο ενάγων για την πληρότητα της αγωγής του με την οποία αξιώνει το κέρδος που θα αποκόμιζε κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων από την άσκηση επαγγέλματος ή επιχείρησης εξαρτημένης από προηγούμενη διοικητική άδεια, οφείλει να επικαλεστεί την ύπαρξη τέτοιας άδειας κατά το χρόνο της αδικοπραξίας που τελέστηκε σε βάρος του ή ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι νόμιμες προϋποθέσεις για την απόκτηση και ακολούθως τη διατήρησή της (ΕφΠειρ 716/1987 ΕλλΔνη 29, 742, ΕφΠειρ 438/1982 ΝοΒ 30, 1098, ΜΠρΘεσ 23926/1995 ΕΕμπΔ 1996, 552). Η έλλειψη των στοιχείων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις αποδείξεις ή τις προτάσεις (Αθ. Κρητικός όπ.π. αρ. 44 σελ. 19 και αρ. 299 σελ. 115).

Από όλα τα ανωτέρω προκτύπτει ότι ο ενάγων ως ιδιοκτήτης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος – εστίασης οφείλει να αναφέρει στο δικόγραφό του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου συμβάντος διέθετε άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος. Επίσης οφείλει να αναφέρει τουλάχιστον τον αριθμό των ημερήσιων παραγγελιών ανά είδος (ποτά, αναψυκτικά, χυμούς, σαλάτες, κρύα πιάτα κλπ.) και την τιμή, τις ποσότητες προϊόντων που κατανάλωνε ημερησίως ή μηνιαίως, τον αριθμό των πελατών που θα εξυπηρετούντο ημερησίως ή μηνιαίως, τον αριθμό του προσωπικού που απασχολούσε, τον μηνιαίο μισθό ή τα ημερομίσθια των εργαζομένων και τις ασφαλιστικές τους εισφορές, τον φόρο εισοδήματος που τον επιβάρυνε και εν γένει τις δαπάνες του, ώστε να προκύπτει με ακρίβεια το κέρδος που αποκόμιζε από την επιχείρησή του κατά τον αμέσως προηγούμενο του επίδικου συμβάντος χρόνο. Ελλείψει των στοιχείων τούτων, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους πρέπει να απορριφθεί ως καθ’ όλα αόριστο.

Ως προς το δεύτερο ζήτημα της βελτιωμένης διατροφής, η απόφαση δέχτηκε ότι από τα διδάγματα της κοινής πείρας, από την φύση των τραυμάτων του ενάγοντος (αιμοπνευοθώρακα, κατάγματα πλευρών, καταγμα σύστοιχης ωμοπλάτης), την έκταση αυτών και από την ανάγκη για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κακώσεών του αποδείχθηκε η χορήγηση βελτιωμένης (πέραν της συνήθους) τροφής (κρέατος, γάλακτος, φρούτων, ψαριών) στον ενάγοντα για το 6 χρονικό διάστηα από της εξόδου του από το νοσοκομείο και για χρονικό διάστημα πενήντα (50) ημερών.

Ως προς την αξίωση αποζημίωσης λόγω βελτιωμένης διατροφής χρήσιμες είναι οι ακόλουθες διαπιστώσεις:

(α) Μια μερίδα δικαστικών αποφάσεων επιδικάζουν ποσά για βελτιωμένη διατροφή αρκούμενες στα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η λήψης της είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των σωματικών βλαβών κυρίως καταγμάτων. Αντίθετα άλλες αποφάσεις δέχονται ότι η επιδίκαση του εν λόγω ποσού προϋποθέτει απόδειξη από τον ενάγοντα της αναγκαιότητας λήψης βελτιωμένης τροφής δια ιατρικών βεβαιώσεων. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές απορρίπτεται το σχετικό κονδύλιο αν ο ενάγων δεν προσκομίζει καμία απόδειξη περί του ότι η τυχόν βελτίωση της διατροφής του έγινε κατόπιν υποδείξεως των θεραπόντων ιατρών του (βλ. ΜΠρΜεσολ 46/2003 που επιδίκασε σχετικό κονδύλιο αφότου δέχτηκε ως αποδειχθέν το γεγονός ότι η λήψη βελτιωμένη τροφής έγινε «κατόπιν σύστασης των αρμοδίων ιατρών», ΜΠρΚαλαμ 29/2004 ΝΟΜΟΣ κατά την οποία «δεν αποδείχθηκε ότι οποιαδήποτε τυχόν βελτίωση της διατροφής ενάγοντος έγινε κατόπιν υποδείξεως των θεραπόντων ιατρών του, αφού δεν προσκόμισε καμία απόδειξη περί αυτού», Αθ. Κρητικός όπ.π. αρ, 221 σελ. 88, ΕφΠειρ 365/2015 ΝΟΜΟΣ που απέρριψε κονδύλιο για βελτιωμένη διατροφή γιατί δεν προέκυψε ότι συνεστήθη από τους θεράποντες ιατρούς και η διατροφή που επικαλείται είναι η συνήθης για το μέσο άνθρωπο ηλικίας 69 ετών).

(β) Σημαντική μερίδα αποφάσεων δέχονται ότι το αιτηθέν ποσό δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και τις εξ αυτού προκληθείσες σωματικές βλάβες του ενάγοντος, αφού καταβάλλονταν από αυτόν και πριν την επέλευσή τους για την βιολογική του συντήρηση και με βεβαιότητα θα εξακολουθούσε να το καταβάλει στο μέλλον, ακόμα και αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του (ΔΕφΑθ 3882/2003 ΔΔΙΚΗ 2004, 785 η οποία επιδίκασε ως κονδύλιο της βελτιωμένης διατροφής μόνο ό,τι πράγματι δαπάνησε ο παθών «πέρα εκείνων που θα δαπανούσε για τη συνήθη διατροφή του»). Για το ποσό δηλαδή αυτό, ελλείπει η σύνδεσή του κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός και συνεπώς δεν εμπίπτει στην αποκαταστατέα ζημιά κατ’ άρθρα 914, 928 ΑΚ.

(γ) Το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ο ενάγων χρειαζόταν (αν αποδειχθεί είτε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας ή με ιατρικές βεβαιώσεις) να λαμβάνει βελτιωμένη διατροφή πρέπει να είναι ανάλογο με το είδος 7 και την έκταση των ζημιών του. Υπό το πρίσμα αυτό, το σχετικό διάστημα πρέπει να περιορίζεται σε αυτό που προσδιορίζεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και ενόψει του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών του ενάγοντος. Από χρονικό αυτό διάστημα, που έχει ως αφετηρία την ημέρα του ατυχήματος, πρέπει να αφαιρεθούν οι ημέρες τις οποίες ο ενάγων νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, οπότε και διατρέφονταν εκεί χωρίς να επιβαρύνεται εξ’ ιδίων με κάποια δαπάνη. Στο σημείο αυτό η νομολογία είναι πάγια : βλ. ΜΠρΑθ 4738/2000 ΕπΣυγκΔ 2002, 544, ΕφΑθ 2477/2002 ΕπΣυγκΔ 2002, 617 που έκρινε ότι η αξίωση βελτιωμένης διατροφής δεν ήταν αναγκαία γιατί ο ζημιωθείς κατά το χρόνο της νοσηλείας του ελάμβανε την προσήκουσα για την περίπτωσή του τροφή από το νοσοκομείο, ΜΠρΜεσολ 46/2004 ΝΟΜΟΣ, η οποία υπολόγισε τη δαπάνη βελτιωμένης διατροφής του παθόντος από το τέλος της αποθεραπείας του στο Νοσοκομείο και μόνο για το διάστημα της κατ’ οίκον νοσηλείας του, όμοιες και οι ΔΕφΑθ 3882/2003 ΔΔΙΚΗ 2004, 785, ΕφΑθ 4197/2001 ΕπΣυγκΔ 2002, 47.

Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση