Ιστολόγιο

Στο παρόν ιστολόγιο δημοσιεύονται άρθρα και δικαστικές αποφάσεις τον οποίων η επιλογή στηρίχθηκε στην ιδιαιτερότητα των υποθέσεων που έκριναν και στο νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν


Σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 679/2016, ως προς την δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων ακολουθείται η πρακτική της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφορούν στα πρόσωπα των πληρεξουσίων δικηγόρων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις με αρ. 1319/2000, 43/2009 της Aρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση με αρ. 2/2006).

Η επίπτωση της συμφωνίας εξυγίανσης στην ευθύνη των εγγυητών και των εις ολόκληρον υπεύθυνων προσώπων


Με την παρ. 2 του νέου άρ. 106γ ΠτΚ αντικαταστάθηκε ο κανόνας της προϊσχύουσας παρ. 2 του αρ. 106η ΠτΚ, κατά την οποία (προϊσχύουσα διάταξη) η επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης δεν έχει κατ’ αρχήν επίπτωση στην ευθύνη των εγγυητών και των εις ολόκληρον ευθυνόμενων προσώπων καθώς και στις ασφάλειες τρίτων, εκτός αν στη συμφωνία εξυγίανσης περιλαμβάνεται αντίθετος όρος. Με τη νέα διάταξη του άρθρου 106γ παρ. 2 του ΠτΚ ορίζεται ότι : «Τα δικαιώματα των πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, εκτός αν δεν συναινεί ο πιστωτής. Κατ’ εξαίρεση, όταν ο εξασφαλιζόμενος πιστωτής δεν συναινεί, η ευθύνη του εγγυητή περιορίζεται όταν ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο συνδεδεμένο με τον οφειλέτη, υπό την έννοια ότι είναι σύζυγοι, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρον, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς.». Παρατηρείται ότι η νέα διάταξη είναι ομοίου περιεχομένου με αυτήν της παρ. 4 του άρ. 125 ΠτΚ, που ρυθμίζει τα αποτελέσματα από τη δικαστική επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης. Όπως προβλέπεται στην αιτιολογική έκθεση της νέας παρ. 2 του άρ. 106γ ΠτΚ «… Με την εν λόγω τροποποίηση, τα αποτελέσματα της συμφωνίας επεκτείνονται και στην ευθύνη εγγυητών και συνοφειλετών υπό την προϋπόθεση όμως της συναίνεσης του εξασφαλιζόμενου πιστωτή, η οποία δικαιολογείται από τη φύση της εγγύησης ή συνοφειλής να διασφαλίζεται ο πιστωτής για την περίπτωση οικονομικής ατυχίας του οφειλέτη …».

Εκ της ανωτέρω ρύθμισης προκύπτει ότι τα αποτελέσματα της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης συνίστανται στον ισόποσο με την τυχόν συμφωνηθείσα μείωση των κατά του οφειλέτη απαιτήσεων, περιορισμό των δικαιωμάτων πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών σε ολόκληρο, καθώς και των δικαιωμάτων τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων (ενεχύρων, υποθηκών, προσημειώσεων) «εκτός αν δεν συναινεί ο πιστωτής». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προϋπόθεση για τον περιορισμό, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, της ευθύνης τυχόν εγγυητών και προσώπων που ευθύνονται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη έναντι του πιστωτή για οφειλές που υπάγονται στη συμφωνία καθώς και τυχόν εμπράγματων ασφαλειών που έχουν παρασχεθεί από τρίτους για την εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτών είναι η συναίνεση του πιστωτή ως «εξασφαλιζόμενου» πιστωτή [βλ. και ΠΟΛ 1049/8-3-2018 με Θέμα: Οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του έκτου κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα «Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης», όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 6 του Μέρους Πρώτου του ν. 4446/2016 (Α’ 240/22-12-2016) και το άρθρο 14 του ν. 4491/2017 (Α’ 152/13-10-2017)]. Όπως προκύπτει όμως από τη διατύπωση της διάταξης («εκτός αν δεν συναινεί»), η τυχόν έλλειψη συναίνεσης του «εξασφαλιζόμενου» πιστωτή πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια, σε περίπτωση δε που είναι συμβαλλόμενο μέρος, να διατυπώνεται ρητά.

Έτσι, ο εγγυηθείς για χρέος του πρωτοφειλέτη, το οποίο ρυθμίστηκε με τη συμφωνία εξυγίανσης λ.χ. κατά περιορισμό του σε ποσοστό 50 % ή/και με μείωση του επιτοκίου ή/και χρονικώς, μέσω επιμηκύνσεως των δόσεων αποπληρωμής του, κ.λπ., δεν ωφελείται από αυτή και εξακολουθεί να οφείλει το προ της ρυθμίσεως μεγαλύτερο ποσό και επιτόκιο, τις λιγότερες και υψηλότερες δόσεις κ.λπ., όπως το ίδιο ισχύει και για τον τρίτο που συνέστησε ενέχυρο, υποθήκη ή προσημείωση, καθώς και για το συνοφειλέτη εις ολόκληρον, λ.χ. τον ομόρρυθμο εταίρο της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης οφειλέτριας εταιρίας [βλ. σχετ. Αυγητίδη, Εξυγίανση επιχειρήσεων μέσω προπτωχευτικών συμφωνιών, έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης 2011, σελ. 265, Ιω. Δεληκωστόπουλο, Οι διαδικασίες συνδιαλλαγής και εξυγίανσης, στον τόμο Πρακτικών του 36ου Συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, έκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 21 επ., 61 και 75, Μιχαλόπουλο, Οι προπτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας του Πτωχευτικού Κώδικα, έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης 2013, Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2η έκδ. 2012, σελ. 87, Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, 2η έκδ. 2014, σελ. 250 επ. και Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 6η έκδ. 2016, σελ. 129]. Κατά δε την ερμηνεία της διάταξης αυτής γίνεται δεκτό : «Εννοείται, προφανώς, η ήδη εμπεριεχομένη στην συμφωνία εξυγίανσης, ρητά εκπεφρασμένη, σχετική επιφύλαξη (μη συναίνεση) του υπογράψαντος τη συμφωνία εξυγίανσης πιστωτή ή η μη υπογραφή γενικώς της συμφωνίας εξυγίανσης από την μη αναγκαιούσα για την σύναψή της μειοψηφία των πιστωτών. Αυτοί οι πιστωτές είναι οι μη συναινούντες» [έτσι ρητά Ψυχομάνης, Πτωχευτικό Δίκαιο, Ζ΄ έκδοση, 2017, κεφάλαιο 2ο, σελ. 121 αρ. 368]. Σε περίπτωση συνεπώς που ένας πιστωτής δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, η έλλειψη συναίνεσής του αναφορικά με τον περιορισμό της ευθύνης των συνυπόχρεων προσώπων προκύπτει σαφώς από μόνη τη μη συμμετοχή του γενικά στη συμφωνία [Μάζης Π., ΔΕΕ 1/2017, σελ. 40-41, Ψυχομάνη Σπ, Πτωχευτικό Δίκαιο και Δίκαιο Ρύθμισης Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων, Ζ’ έκδοση, 2017, σελ. 121] χωρίς άλλη ενέργεια, δεδομένου μάλιστα ότι στη διαδικασία εξυγίανσης, όπως ισχύει, σε αντίθεση με τη διαδικασία του σχεδίου αναδιοργάνωσης (άρ. 107 επ. ΠτΚ), δεν λαμβάνει χώρα ψηφοφορία επί του σχεδίου συμφωνίας. Είναι σαφές λοιπόν πως αν δεν συναινεί ο μειοψηφών πιστωτής, η απαίτησή του απέναντι στους εις ολόκληρον συνοφειλέτες δεν δύναται να περιοριστεί.

Η ανωτέρω διαπίστωση επιρωνύεται και από την ιστορική ερμηνεία της επίμαχης ρύθμισης. Ειδικότερα σύμφωνα με το προϊσχύον άρθρο 106η παρ. 2 οριζόταν : «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου ή προβλέψεων της συμφωνίας, η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν έχει επίπτωση στις ασφάλειες τρίτων, προσωπικές ή εμπράγματες, περιλαμβανομένων των προσημειώσεων, που έχουν παρασχεθεί από τρίτους για την εξασφάλιση της απαίτησης. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον». Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, αν προβλεπόταν κάτι ειδικότερο στη συμφωνία, ο συνοφειλέτης συνέχιζε να ευθύνεται για ολόκληρη την υποχρέωση, όπως αυτή είχε πριν την επικύρωση της συμφωνίας (Αλ. Ρόκας, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, 2η έκδοση, σελ. 255, Χριστοπούλου Χρ. Διαδικασία εξυγίανσης ως διαχρονικός θεσμός ελληνικού δικαίου, εκδ. 2016 σελ. 242). Παρ’ όλες τις σχετικές επιφυλάξεις, ο νομοθέτης επέλεξε με τον ν. 4446/2016 να εξαρτήσει τον περιορισμό της ευθύνης των συνοφειλετών από την συναίνεση του πιστωτή με το σκεπτικό ότι : α) η οφειλή εις ολόκληρον (όπως και η εγγύηση) υφίσταται ακριβώς για να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο αφερεγγυότητας, β) το διαγραφόμενο μέρος της απαίτησης παραμένει πάντως ως ατελής ενοχή και γ) δεν αποκλείεται οι απαιτήσεις να επανέλθουν στο αρχικό ύψος σε μη εκπλήρωση της επικυρωθείσας συμφωνίας [Αλ. Ρόκα, Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων, 2η έκδ. 2014, σελ. 250 επ.]. Είναι συνεπώς σαφέστατη η νομοθετική βούληση να εξαιρεθούν οι συνοφειλέτες από τα ευνοϊκά υπέρ του οφειλέτη αποτελέσματα της επικύρωσης χωρίς την θετική εξουσιαστική βούληση του πιστωτή. Τούτο είναι απόλυτα δικαιολογημένο καθώς ο προστατευτικός σκοπός του νόμου (εξυγίανση βιώσιμων επιχειρήσεων) δεν συντρέχει και υπέρ του συνοφειλέτη ιδίως μάλιστα σε περιπτώσεις εκ του νόμου εις ολόκληρον ευθύνης (όπως επί αδικοπραξίας ή οφειλών στο Δημόσιο) όπου οποιαδήποτε επιείκεια στον συνοφειλέτη θα ήταν δικαιοπολιτικά αδικαιολόγητη (οράτε σε αναλογικά όμοια περίπτωση για την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 4267/2013 απόφασή του έκρινε ότι σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου και κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση ενώ αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης η αγωγή κρίθηκε νόμιμη καθ’ ο μέρος αφορούσε τους λοιπούς εναγομένους - μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας που ενάγονται με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας). Μάλιστα το προγενέστερο άρθρο 106η παρ. 2 αρκούταν σε σχετική πρόβλεψη στην συμφωνία εξυγίανσης ασχέτως της συναίνεσης του πιστωτή («Με την επιφύλαξη … προβλέψεων της συμφωνίας …») ενώ το ισχύον άρθρο 106γ παρ. 2 απαιτεί συναίνεση του πιστωτή. Πρόκειται για εμφανή αυστηροποίηση της επίμαχης ρύθμισης, αποκαλυπτική της ratio αυτής.

Η ρύθμιση του άρθρου 106γ παρ. 2 ΠτΚ αντανακλά τις επιλογές του νομοθέτη για το ζήτημα της ευθύνης των εγγυητών και συνοφειλετών σε όλες τις διαδικασίες ρύθμισης αφερεγγυότητας φυσικών ή νομικών προσώπων, ήτοι στις διαδικασίες αναδιοργάνωσης και των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων καθώς και στην καταργηθείσα διαδικασία συνδιαλλαγής και τη διαδικασία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990. Ειδικότερα στο σχέδιο αναδιοργάνωσης η οικεία διάταξη του άρθρου 125 παρ. 4 ΠτΚ ορίζει : «Τα δικαιώματα των πτωχευτικών πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματα τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, εκτός αν δεν συναινεί ο εξασφαλιζόμενος πιστωτής. Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρο, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά το σχέδιο έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς.». Ακόμα αντίστοιχη πρόβλεψη υφίσταται στη διαδικασία ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων [άρθρο 12 του ν. 3869/2010 : «Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται», Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 38692/2010, σελ. 557]. Το δε άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 1892/1990 όριζε επί λέξει : «Υφιστάμενες εγγυήσεις, υποθήκες, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση, διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την κατά την πρώτη παράγραφο συμφωνία, αν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πιστωτής δεν συμφώνησε διαφορετικά». Συναφώς και υπό το καθεστώς του πρϊσχύσαντος ΠτΚ από τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 1 β’ (: « Η επικύρωση της συμφωνίας επιφέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) … β) προσωρινά, κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας αναστέλλονται τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν τη σύναψη της συμφωνίας συνδιαλλαγής. Η ίδια αναστολή ισχύει και ως προς τα μέτρα αυτά και σχετικά με τους εγγυητές και τους συνοφειλέτες εις ολόκληρον»), σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 99, 100 και 10 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ίσχυε πριν το ν. 4013/2011, συναγόταν ότι, όταν από το πτωχευτικό Δικαστήριο διατασσόταν το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η, τυχόν, διαταχθείσα αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων, για ικανό χρονικό διάστημα, περιελάμβανε μόνο εκείνα τα μέτρα, που αφορούσαν την περιουσία του ευρισκομένου σε διαδικασία συνδιαλλαγής, ενώ δεν περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, και τα σχετιζόμενα με την περιουσία των εις ολόκληρον συνοφειλετών με τον αμέσως προηγούμενο, συνοφειλέτη. Τα εν λόγω μέτρα αναστελλόταν μόνο με την επικύρωση της συμφωνίας της συνδιαλλαγής. Δεν υπήρχε δηλαδή καν ειδική διάταξη που όριζε ότι η ευθύνη των συνοφειλετών μειώνεται ανάλογα με το ύψος της διαμορφούμενης από τη συμφωνία απαίτησης [Περάκης, Πτωχευτικό Δίκαιο, σ. 52, Αυγητίδης, Εξυγίανση Επιχειρήσεων, σ. 217]. Προφανώς, τούτο είχε προβλέψει ο νομοθέτης, διότι, ενώ η θέλησή του ήταν να διασώσει την, απειλούμενη με οικονομική κατάρρευση, επιχείρηση του οφειλέτη μέσω της διαδικασίας της συνδιαλλαγής, δεν ήθελε, παραλλήλως, να φαλκιδεύσει για ικανό χρονικό διάστημά τα δικαιώματα του δανειστή, που ο τελευταίος έχει επί των περιουσιακών δικαιωμάτων των εις ολόκληρον συνοφειλετών, και να δημιουργήσει – ενδεχομένως - στο δανειστή ανάλογα προβλήματα με εκείνα που θα δημιουργούταν στον οφειλέτη, αν δεν είχε θεσπισθεί - χάριν του τελευταίου - η διαδικασία συνδιαλλαγής. Άλλωστε, σε αντίθετη περίπτωση θα παρείχε την ευκαιρία στους συνοφειλέτες να αποστούν (κατά τη διάρκεια του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος) από τις, έναντι του δανειστή, σχετικές υποχρεώσεις τους, κάτι το οποίο, οπωσδήποτε τυγχάνει αποδοκιμαστέο από το δίκαιο [ad hoc ΕφΘεσσαλ 171/2016 Αρμ 2016, 2069 ΕφΑθ 805/2011 ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΕφΘεσ 312/2012 ΝΟΜΟΣ, για την περίπτωση των μέτρων ατομικής αναγκαστικής εκτελέσεως].

Εκ τούτων αποδεικνύεται ότι ο ελληνικός νόμος σε όλες τις αξιολογικά όμοιες διαδικασίες (συνδιαλλαγής, σχεδίου αναδιάρθρωσης, υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, προβληματικών επιχειρήσεων) προέκρινε διαχρονικά και εξακολουθεί να προκρίνει την προάσπιση ακέραιων των οικονομικών συμφερόντων του πιστωτή έναντι του συνοφειλέτη σε αντιστάθμισμα των ευνοϊκών μέτρων που προβλέπει υπέρ του οφειλέτη.

Περαιτέρω, η ανωτέρω επιλογή του νομοθέτη εναρμονίζεται και με τις ρυθμίσεις που υιοθέτησε στο πεδίο των προληπτικών μέτρων. Όπως είναι γνωστό, οι πιστωτές των οποίων με τα διατασσόμενα προληπτικά μέτρα ή μετά την αυτόματη αναστολή των διώξεων τους κατά του οφειλέτη, πριν ή μετά την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης, αντίστοιχα και με την τυχόν εκδοθείσα προσωρινά διαταγή, ανεστάλησαν οι ατομικές διώξεις κατά του οφειλέτη, δεν παύουν να διατηρούν καταρχάς όλες τις δυνατότητες εκτέλεσης κατά των εγγυητών, συνοφειλετών και τρίτων που έχουν παράσχει οποιαδήποτε ασφάλεια, επειδή η διαδικασία εξυγίανσης δεν μπορεί να αφορά τρίτους, οι οποίοι έχουν αναλάβει ενοχική ή εμπράγματη ευθύνη για τα χρέη του οφειλέτη σε τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις οικονομικής του δυσχέρειας [Ψυχομάνης, όπ.π. σελ. 109 αρ. 327, ΜΠρΘ 4768/2010 ΕΕμπΔ 2010, 462]. Κατ’ εξαίρεση μόνο στο πλαίσιο των διατασσόμενων προληπτικών μέτρων ή της προσωρινής διαταγής είναι δυνατόν να διατάσσεται από το επιλαμβανόμενο της σχετικής αιτήσεως δικαστήριο η επέκταση των μέτρων – ιδίως δε η αναστολή των ατομικών και συλλογικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης – υπέρ των εγγυητών ή των λοιπών συνοφειλετών του οφειλέτη, εφόσον όμως συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος [άρθρο 106α παρ. 2 ΠτΚ : «Εφόσον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος, η αναστολή μπορεί να επεκτείνεται και σε εγγυητές ή λοιπούς συνοφειλέτες του οφειλέτη» ΠΠρΘ 11680/2012, ΔΕΕ 2012, 782 · στην αίτηση για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης νομιμοποιείται ενεργητικά μόνον ο συμβαλλόμενος σε αυτήν οφειλέτης και όχι οι εγγυητές : βλ. ΠΠρΘεσσαλ 11680/2012 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΞανθ 41/2012, ΠΠρΘεσ 4361/2011]. Προβλέπεται δηλαδή η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέσων, μεταξύ άλλων, και κατά των συνοφειλετών αυτού, από την κατάθεση της αιτήσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγιάνσεως και μέχρι τη λήξη της, με απόφαση όμως του πτωχευτικού Δικαστηρίου ή με απόφαση του Προέδρου του και μετά από αίτηση οιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον [ΕφΘεσ 312/2012 ό.π.]. Δηλονότι δεν αναγνωρίζεται αυτόματη «επέκταση» υπέρ των ανωτέρω προσώπων (συνοφειλετών) της παρεχομένης στον οφειλέτη αναστολής των καταδιωκτικών μέσων σε στάδιο προγενέστερο της επικυρώσεως της συμφωνίας εξυγιάνσεως [ΠΠρΑθ 109/2018 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΚαβ 20/2013 ΕπισκΕμπΔ 2013, 2015 «Κατά τις διατάξεις των άρθρων 106 β’ παρ. 2 και 103 παρ. 2 του ΠτΚ, εφόσον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος, το προληπτικό μέτρο της αναστολής των ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για τις υποχρεώσεις του οφειλέτη που έχουν γεννηθεί πριν από την υποβολή της αίτησης προς επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης μπορεί να επεκτείνεται και σε εγγυητές ή λοιπούς συνοφειλέτες του οφειλέτη. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επέκταση της προστασίας και στους εγγυητές δεν ανήκει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου αλλά εξαρτάται από τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι η μη επέκταση της αναστολής στους εγγυητές ή στους λοιπούς συνοφειλέτες του οφειλέτη δεν αντιστρατεύεται τον παρεπόμενο χαρακτήρα της εγγύησης ή την αλληλεξάρτηση των οφειλών σε περίπτωση πλειόνων συνοφειλετών, καθώς στη διαδικασίας εξυγίανσης ισχύει κατά την πρόβλεψη του άρθρου 106 η’ παρ. 2 του ΠτΚ το ότι με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του ΠτΚ ή προβλέψεων της συμφωνίας, η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν έχει επίπτωση στις ασφάλειες τρίτων, προσωπικές ή εμπράγματες, περιλαμβανομένων των προσημειώσεων, που έχουν παρασχεθεί από τρίτους για την εξασφάλιση της απαίτησης, το ίδιο δε ισχύει σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αυτή καθ’ αυτή η επέκταση της προστασίας ιδίως στους εγγυητές αντιστρατεύεται τον σκοπό της εγγύησης, η οποία χορηγείται για την κάλυψη αυτών ακριβώς των περιπτώσεων αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Τότε μόνον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός λόγος, όταν η υπεγγυότητα και το αξιόχρεο της περιουσίας του εγγυητή είναι τέτοια ώστε απαιτείται η προστασία του προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση του οφειλέτη επί σκοπώ της διατήρησης της προοπτικής διάσωσης της επιχείρησης του»].

Συνάγεται συνεπώς πως ο πιστωτής κατά την διάρκεια ισχύος των προληπτικών μέτρων δύναται να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά συνοφειλέτη (με την εξαίρεση της μη συνδρομής επιχειρηματικού ή κοινωνικού λόγου). Θα ήταν όμως παράλογο ο νομοθέτης να επιτρέπει κατά κανόνα και ενόσω εκκινεί η διαδικασίας εξυγίανσης, την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του συνοφειλέτη (και όχι μόνο την λήψη εξασφαλιστικών μέτρων) - με ό,τι κόστος αυτό συνεπάγεται για τον πιστωτή - και μετά να εμποδίζει την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής. Ο πιστωτής καλόπιστα εμπιστεύεται την λογική αλληλουχία των νομοθετικών ρυθμίσεων που έχουν τεθεί προς όφελός τους και δεν δύναται να είναι έρμαιο εκ των υστέρων ανατροπών [βλ. ΠΠρΑθ 109/2018 ΕΕμπΔ 2018, 192 : «Η κυρίως παρεμβαίνουσα, ως μη συναινούσα στον περιορισμό της εκτάσεως της ευθύνης των εγγυητών και των συνοφειλετών εις ολόκληρον της αιτούσας, καθώς και της εκτάσεως της υπεγγυότητας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της επί περιουσιακών αντικειμένων τρίτων, στο μέτρο που περιορίζεται η απαίτηση κατά της αιτούσας οφειλέτριας, διατηρεί το εκ του Νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα να εγείρει τις αξιώσεις της κατά των εγγυητών, των εις ολόκληρον μετά της αιτούσας συνοφειλετών και των τρίτων. … Στο σημείο, όμως, αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η τοιαύτη μη επικύρωση του όρου της συμφωνίας δεν ενέχει εν προκειμένω την έννοια της μονομερούς μεταρρυθμίσεως αυτής εκ μέρους του παρόντος Πτωχευτικού Δικαστηρίου, αλλά απλώς της αναγνωρίσεως, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, της εκ του Νόμου και δη εκ της προεκτεθείσης διατάξεως προβλεπόμενης συνέπειας, του μη περιορισμού των δικαιωμά¬των του πιστωτή κατά των εγγυητών και των εις ολόκληρον συνοφειλετών του οφει¬λέτη, καθώς και των υφιστάμενων δικαιωμάτων του επί περιουσιακών αντικειμένων τρίτων, σε περίπτωση μη χορηγήσεως της συναινέσεώς του πιστωτή»].

Όλα τα ανωτέρω έχουν ήδη γίνει δεκτά με την με αρ. 35/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Σύμφωνα με τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης : «Σημειωτέον ότι δυνάμει του άρθρου 106γ παρ. ΠτΚ δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα του πιστωτή κατά των εγγυητών και των εις ολόκληρον συνοφειλετών του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά του επί περιουσιακών αντικειμένων τρίτων, παρά μόνο εάν χορηγηθεί η συναίνεση του πιστωτή, και επομένως, η έναντι αυτού ευθύνη των εγγυητών και των συνοφειλετών εις ολόκληρον της αιτούσας εταιρείας παραμένει ως έχει χωρίς να περιορίζεται από την συμφωνία εξυγίανσης (βλ. ΕφΘεσσαλ 171/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΑθ 109/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)». Με βάση το σκεπτικό αυτό έγινε δεκτή αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας ως προς το φυσικό πρόσωπο εκδότη ακάλυπτης επιταγής που είχε εκδώσει αυτήν υπό την ιδιότητα νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου, το οποίο είχε υπαχθεί σε διαδικασία εξυγίνασης.

Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση