Ιστολόγιο

Στο παρόν ιστολόγιο δημοσιεύονται άρθρα και δικαστικές αποφάσεις τον οποίων η επιλογή στηρίχθηκε στην ιδιαιτερότητα των υποθέσεων που έκριναν και στο νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν


Σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 679/2016, ως προς την δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων ακολουθείται η πρακτική της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφορούν στα πρόσωπα των πληρεξουσίων δικηγόρων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις με αρ. 1319/2000, 43/2009 της Aρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση με αρ. 2/2006).

Η κατάταξη της απαίτησης του εμπραγμάτως ασφαλισμένου πιστωτή στο 10% του πλειστηριάσματος


Σύμφωνα με το άρθρου 977 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το 65%, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το 25% και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το 10% του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Κατά δε μια υποστηριζόμενη ερμηνεία από το ως άνω 10 % θα πρέπει να μπορούν να επωφελούνται και εκείνοι οι δανειστές το οποίων οι απαιτήσεις είναι μεν εξοπλισμένες με προνόμιο, δεν ικανοποιήθηκαν όμως με βάση το προνόμιό τους αυτό, επειδή προηγήθηκαν άλλη προνομιούχοι, στους οποίους καταναλώθηκε το ποσοστό κάθε κατηγορίας, διότι εκείνοι οι μη ικανοποιηθέντες δανειστές ταυτίζονται κατ’ αποτέλεσμα με τους μην προνομιούχους. Σύμφωνα με την ερμηνευτική αυτή γνώμη, η τροποποίηση του άρθρου 977 Κ.Πολ.Δ. από το Ν. 4335/2015 προσβλέπει ιδίως στην παροχή της δυνατότητας ικανοποίησης από το πλειστηρίασμα και των μη προνομιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό 10 % του ποσού του πλειστηριάσματος ∙ πλήρης αποκλεισμός από την κατάταξη, προσημειούχου δανειστή, κατά τη γνώμη αυτή, θα τον καθιστούσε στη σειρά κατάταξης υποδεέστερο από ανέγγυο δανειστή που δεν έχει δηλαδή ούτε γενικό ούτε ειδικό προνόμιο, αποτέλεσμα αντίθετο με το σκοπό του νόμου αλλά και τη φιλοσοφία του νέου συστήματος κατάταξης του Κ.Πολ.Δ., όπου προηγούνται όσοι έχουν ειδικό προνόμιο, οι οποίοι κατατάσσονται σε ποσοστό 65 % του πλειστηριάσματος, έπονται οι έχοντες γενικό προνόμιο, οι οποίοι κατατάσσονται σε ποσοστό 25 % του πλειστηριάσματος και στο υπόλοιπο ποσοστό του 10 % του πλειστηριάσματος κατατάσσονται οι μη προνομιούχες απαιτήσεις.

Διάφορη γνώμη η οποία απολαμβάνει σοβαρών νομολογιακών ερεισμάτων, θεωρεί ότι η παραπάνω ερμηνεία απολήγει στην καταστρατήγηση της βούλησης του νομοθέτη, ο οποίος θέλησε (για πρώτη φορά) να αναλώνεται το ποσοστό του 10 % για την ικανοποίηση των μη προνομιούχων πιστωτών όταν η προνομιούχα απαίτηση αναγγέλθηκε ως τέτοια και συνυπολογίσθηκε στο τμήμα του πλειστηριάσματος που αναλογεί στους προνομιούχους πιστωτές, χωρίς να ικανοποιηθεί [ΜΠρΘεσ 16604/2018 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσ 6544/2018 αδημ. στο Νομικό τύπο∙ ΜΠρΗρακλ 464/2019, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 1189/2019 ΝΟΜΟΣ], πολύ περισσότερο που ο νόμος δεν προβλέπει την αυτόματη κατάταξη απαιτήσεων εξοπλισμένων με γενικό ή ειδικό προνόμιο ως εγχειρόγραφων, εφόσον δεν ικανοποιηθούν [ΜΠρΑθ 866/2018 Sakkoulas-Online.gr]. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της αντίθετης αυτής ερμηνευτικής εκδοχής συνάγουν οι αποφάσεις που την υιοθετούν από το εδ. γ’ του άρθρου 975 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπου και ρητά προβλέπεται η εκ νέου κατάταξη των προνομιούχων δανειστών των άρθρων 975 και 976 Κ.Πολ.Δ. στο πλειστηρίασμα που αντιστοιχεί στο 10 %, στην περίπτωση που προκύπτει υπόλοιπο μετά την κατάταξη των εγχειρόγραφων δανειστών. Από το εδ. γ΄ συνάγεται ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνεται η ως άνω διάκριση σε περίπτωση που άνευ ετέρου εξομοιώνονταν με εγχειρόγραφοι οι ενέγγυοι πιστωτές κατά το μέρος που δεν ικανοποιούνταν προνομιακά [ΜΠρΛαμ 157/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 16604/2018 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΘεσ 6544/2018 αδημ. στο Νομικό τύπο∙ ΜΠρΗρακλ 464/2019, ΝΟΜΟΣ].

Την επιχειρηματολογία της αντίθετης γνώμης διεύρυνε και εμπλούτισε πρόσφατα κατά εμπεριστατωμένο τρόπο η ΜΠρΘεσ 5661/2019 [ΝΟΜΟΣ], όπου και σημειώνονται τα ακόλουθα : «Υποστηρίζεται (Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη σε Αρμ, 2016. 12, Νίκας σε Δίκ. Αναγκ. Εκτελ. παρ. 89, σελ. 595) και ενίοτε έχει γίνει δεκτό (ΜονΕφΘεσσ 2719/2018) η ερμηνευτική εκδοχή ενίοτε ότι ………………… παρά την γραμματική διατύπωση της διάταξης (ενν. του πρώτου και τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 977 παρ. 3 εδ. Κ.Πολ.Δ.), από το 10% του διανεμητέου πλειστηριάσματος θα πρέπει να μπορούν να επωφελούνται και εκείνοι οι δανειστές, των οποίων οι απαιτήσεις είναι μεν εξοπλισμένες με προνόμιο, δεν ικανοποιήθηκαν όμως με βάση το προνόμιο, αυτό, επειδή προηγήθηκαν άλλοι προνομιούχοι, στους οποίους καταναλώθηκε το ποσοστό κάθε κατηγορίας ……………………”. Σε λογική συνέχεια της συγκεκριμένης άποψης, πρέπει κατ’ ανάγκη να γίνει δεκτό ότι ο δανειστής που αναγγέλει απαίτηση με προνόμιο κατάταξης (είτε γενικό είτε ειδικό), δικαιούται να ζητήσει, την ικανοποίηση πλειστηριάσματος που αναλογεί σε απαιτήσεις με αντίστοιχο προνόμιο, όσο και (επικουρικά, εφόσον προνομιακά δεν ικανοποιηθεί πλήρως) από αυτό που αναλογεί σε μη προνομιούχες απαιτήσεις σύμφωνα με τα προαναφερθέντα) ανέρχεται 3 εδ. πρώτο, τέταρτο και τελευταίο Κ.Πολ.Δ.). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δανειστής απαίτησης των άρθρων 975 ή 976 Κ.Πολ.Δ., δικαιούται να καταταχθεί δύο φορές, στον ίδιο πίνακα κατάταξης για την ίδια ακριβώς απαίτηση, δηλαδή κύρια προνομιακά (κατά περίπτωση σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είτε στο 25 % ή 70 % για τις απαιτήσεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι και απαιτήσεων με προνόμιο κατάταξης του άρθρου 976 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ , είτε στο 75 % ή 90 % του πλειστηριάσματος για τις απαιτήσεις του άρθρου 976 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ανάλογα με την ύπαρξη η όχι και απαιτήσεων με προνόμιο κατάταξης του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ.) και επικουρικά (αν προνομιακά δεν ικανοποιηθεί πλήρως) στο 10 % ή 30 % του πλειστηριάσματος (κατά περίπτωση σύμφωνα με τα προαναφερθέντα) ως εγχειρογράφος δανειστής, σύμμετρα με τις υπόλοιπες μη προνομιούχες απαιτήσεις. Η άποψη αυτή (και οι προαναφερθείσες πρακτικές συνέπειες της) δεν κρίνεται ως πειστική από το παρόν δικαστήριο για τους εξής λόγους :

ί) Πρωτίστως διότι από καμμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει με καμμία ερμηνευτική μέθοδο (γραμματική- ιστορική- τελολογική ή άλλη) ότι ο δανειστής που αναγγέλει απαίτηση με προνόμιο, δικαιούται να ζητήσει την διπλή κατάταξη του, τόσο προνομιακά (από το τμήμα του πλειστηριάσματος που αναλογεί στο επικαλούμενο προνόμιο) όσο και μη προνομιακά (από το τμήμα του πλειστηριάσματος που αναλογεί σε μη προνομιούχες απαιτήσεις). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δανειστής απαίτησης, των άρθρων 975 ή 976 Κ.Πολ.Δ., δεν δικαιούται να καταταχθεί δύο φορές, στον ίδιο πίνακα κατάταξης για την ίδια ακριβώς απαίτηση, δηλαδή κύρια προνομιακά και επικουρικά (αν δεν ικανοποιηθεί πλήρως) ως εγχειρογράφος δανειστής. Η προαναφερθείσα ερμηνευτική εκδοχή είναι ασύμβατη με το ξεκάθαρο περιεχόμενο του πρώτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 977 του Κ.Πολ.Δ., διατάξεις που (εμμέσως πλην σαφώς) τροποποιεί ουσιωδώς, καθότι αν γίνει αποδεκτή (στο μέτρο που καλύπτει κάθε απαίτηση με οποιοδήποτε- γενικό ή ειδικό- προνόμιο) από το 10 % του διανεμητέου πλειστηριάσματος δεν θα ικανοποιηθούν μόνο οι μη προνομιούχες απαιτήσεις, όπως ορίζουν κατά λέξη οι σχετικές διατάξεις, αλλά (contra legem) όλες οι απαιτήσεις (προνομιούχες και μη) που δεν -ικανοποιήθηκαν από το υπόλοιπο πλειστηρίασμα (δηλαδή το 90%). Έτι περαιτέρω η συγκεκριμένη ερμηνεία έρχεται σε ακόμα πιο προφανή αντίθεση με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 977 του Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει ότι “…. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 976 και του άρθρου 975 ….¨, διάταξη την οποία (εμμέσως πλην σαφώς) καταργεί, καθότι αν γίνει αποδεκτή η ανωτέρω ερμηνεία του πρώτου εδάφιου της παραγράφου 3, η ικανοποίηση των προνομιούχων απαιτήσεων δεν θα γίνει, από το υπόλοιπο του 10 % του διανεμητέου πλειστηριάσματος μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, όπως ορίζεται κατά λέξη στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3, αλλά (contra legem) από το σύνολο του 10 % του πλειστηριάσματος, μαζί με τους εγχειρόγραφους δανειστές και σύμμετρα με αυτούς. Η ύπαρξη όμως του συγκεκριμένου τρίτου εδαφίου στο άρθρο 977 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ αποτελεί σαφέστατη ένδειξή ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει και ρυθμίσει ειδικά την δυνατότητα διπλής κατάταξης προνομιούχων απαιτήσεων (δηλαδή κύρια με βάση το προνόμιο τους και επικουρικά, σε περίπτωση μη -ολικής- προνομιακής ικανοποίησης, χωρίς αυτό), την οποία επιτρέπει μόνο ως εξαίρεση (δηλαδή μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών, εφόσον υπάρχει υπόλοιπο από το 10 % του διανεμητέου πλειστηριάσματος) και προφανώς όχι ως κανόνα ήτοι πάντοτε στο 10 % του πλειστηριάσματος, όπως ουσιαστικά αποδέχεται η προπαρατεθείσα ερμηνευτική εκδοχή). Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε τμήματα, προβλέφθηκε στον Κ.Πολ.Δ. (τόσο πριν τον Ν.4335/2015 όσο και υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς) με σκοπό την άπαξ κατάταξη απαιτήσεων διαφορετικού είδους σε διακριτό τμήμα του πλειστηριάσματος και όχι την πολλαπλή κατάταξη της ίδιας απαίτησης σε περισσότερα τμήματα του πλειστηριάσματος, εκφράζει δε την εκάστοτε δικαιοπολιτική επιλογή της νομοθετικής εξουσίας να ενισχύσει ορισμένες κατηγορίες απαιτήσεων, προφανώς σε βάρος άλλων, επιλογή που νοθεύεται στην πράξη από την δυνατότητα πολλαπλής κατάταξης η οποία και για αυτό τον λόγο δεν μπορεί να στηρίζεται σε ερμηνεία αλλά μόνο στο γράμμα το νόμου, όπου και όταν προβλέπεται κατ’ εξαίρεση. Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποτελεί κανόνα ή διπλή κατάταξη των προνομιούχων απαιτήσεων (με την έννοια που προαναφέρθηκε) θα το προέβλεπε ρητά, όπως άλλωστε έκανε στην διανομή του προϊόντος εκποίησης πράγματος ή απαίτησης της πτωχευτικής περιουσίας, όπου το άρθρο 160 του Πτωχευτικού Κώδικα- ειδικά και κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο ισχύει κατά τα λοιπά (άρθρο 156 Πτ.Κ.) - προβλέπει την σχετική δυνατότητα.

ii) Το επιχείρημα της προπαρατεθείσας ερμηνευτικής εκδοχής ότι “…………….. οι μη ικανοποιηθέντες δανειστές……….(δηλαδή οι δανειστές με προνομιούχες απαιτήσεις, που όμως δεν ικανοποιήθηκαν με βάση το προνόμιο τους) …………. ταυτίζονται κατ’ αποτέλεσμα με τους μη προνομιούχους” και άρα πρέπει να καταταχθούν ως τέτοιοι (στο σύνολο των απαιτήσεων τους) ή και ως τέτοιοι (ως προς το μη ικανοποιηθέν τμήμα των απαιτήσεων τους), φαίνεται μεν λογικό με την έννοια ότι οι συγκεκριμένοι δανειστές δεν είναι δογματικά ορθό να αγνοούνται τελείως κατά την διανομή του πλειστηριάσματος, πλην όμως στο πλαίσιο της εν γένει διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσής (και ειδικά διανομής του πλειστηριάσματος) που διέπεται από τυπικούς κανόνες (και εν προκειμένω από αυτούς που προαναφέρθηκαν)- μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την κατάταξη προνομιούχου απαίτησης στο τμήμα του πλειστηριάσματος που αναλογεί σε μη προνομιούχες απαιτήσεις, μόνο κατ’ εξαίρεση, δυνάμει του προαναφερθέντος τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 977 του Κ.Πολ.Δ. (δηλ. αυτεπάγγελτα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, από τα υπόλοιπα του 10% του διανεμητέου πλειστηριάσματος, μετά την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών) άλλως μόνο μετά από σαφές αίτημα του αντίστοιχου δανειστή, για μη προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του, είτε αποκλειστικά (όταν η αναγγελόμενη απαίτηση είναι μεν στο σύνολο της προνομιούχα, αλλά δεν γίνεται επίκληση του προνομίου της) είτε συνδυαστικά με την προνομιακή κατάταξη της (όταν η αναγγελόμενη απαίτηση είναι μόνο εν μέρει προνομιούχος και ζητείται ειδικά η μη προνομιακή κατάταξη του μη προνομιούχου τμήματος της). Σε αντίθετη περίπτωση, το ανωτέρω (προερχόμενο από τον Πτωχευτικό Κώδικα) επιχείρημα καθότι δεν στηρίζεται (έστω ερμηνευτικά) σε καμμία διάταξη, του Κ.Πολ.Δ. καταλήγει να εισάγει με ανεπίτρεπτο τρόπο (δηλαδή με contra legem ερμηνεία και όχι με ρητή νομοθετική πρόβλεψη, όπως με το άρθρο 160 του Πτωχευτικού Κώδικα), πλάσμα δικαίου που λογίζει ως μη υπαρκτό κάτι υφιστάμενο και ειδικότερα που θεωρεί ότι το προνόμιο απαίτησης που αναγγέλθηκε με αίτημα προνομιακής κατάταξης αλλά δεν ικανοποιήθηκε (πλήρως) ως προνομιούχα, εξομοιώνεται με ανύπαρκτο, με την έννοια ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει να το παραβλέψει και να κατατάξει την συγκεκριμένη απαίτηση ως μη προνομιούχα ή και ως τέτοια.

iii) Τέλος η κατάταξη προνομιούχου απαίτησης στο τμήμα του πλειστηριάσματος που αναλογεί σε μη προνομιούχες απαιτήσεις (εκτός από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν) είναι κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου αντίθετη και με το πνεύμα της (εν προκειμένω εφαρμοστέας) διάταξης του άρθρου(977 παρ. 3) του Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο όγδοο τού άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015 - ΦΕΚ A 87) και για αυτό τον λόγο άλλωστε προβλέπεται μόνο ως εξαίρεση όπως προαναφέρθηκε. Αυτό συμβαίνει διότι το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ. σαφέστατα σκοπεύει (με το νέο του περιεχόμενο) στην ενίσχυση της θέσης των μη προνομιούχων δανειστών και στην ενθάρρυνση τους να επιχειρούν αναγκαστική εκτέλεση ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, με τους οποίους μαζί προβλέπεται για πρώτη φορά ότι θα ικανοποιηθούν σε ποσοστό έστω μικρό του πλειστηριάσματος (βλ. εισηγητική έκθεση προς την Βουλή των Ελλήνων, του σχετικού σχεδίου νόμου, σελ. 23 παρατήρηση 26, Γέσιου-Φαλτσή σε Δίκαιο Αναγκ. Εκτέλ. Γ’ εκδ. τομ. ΙΙα περ. 14 σελ, 390 και τις εκεί αναφερόμενες παραπομπές). Κατ’ επέκταση εφόσον η επίμαχη διάταξη έχει τον προαναφερθέντα αναμφισβήτητο σκοπό, δεν μπορεί να ερμηνεύεται (αντίθετα με την σαφή διατύπωση του νόμου) με τρόπο που οδηγεί σε αποδυνάμωση της θέσης των μη προνομιούχων δανειστών (προβλέποντας ότι από το τμήμα του πλειστηριάσματος που αναλογεί σε μη προνομιούχες απαιτήσεις, θα ικανοποιούνται όλες οι απαιτήσεις που δεν ικανοποιήθηκαν άλλως, προνομιούχες και μη). Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι υπερακοντίζει και ουσιαστικά καταργεί τον νομοθετικό σκοπό, στο μέτρο που δημιουργεί ένα νέο δικονομικό προνόμιο υπέρ των δανειστών με προνομιούχες απαιτήσεις, ήτοι το δικαίωμα αυτών να προβούν σε πολλαπλή (υπό την αίρεση μη πλήρους ικανοποίησης της αναγγελόμενης απαίτησης) τόσο αναγγελία όσο και (κατ’ αποτέλεσμα) κατάταξη των απαιτήσεων τους, σε βάρος των μη προνομιούχων δανειστών». Η ερμηνευτική λύση στην οποία ήχθη η ΜΠρΘεσ 5661/2019 [ΝΟΜΟΣ], και οι λοιπές αποφάσεις που αποκρούουν τη δυνατότητα κατάταξης προνομιούχων δανειστών στο υπόλοιπο 10 % του πλειστηριάσματος, διαφαίνεται συνεπέστερη προς την τελολογία του Ν. 4335/2015 κατά την αναμόρφωση του άρθρου 977 § 3 Κ.Πολ.Δ. Τούτο αναδεικνύεται εναργώς από την αναδρομή στην ΑιτΕκθ Ν. 4335/2015 όπου και αναφέρονται προς αποσαφήνιση του νομοθετικού σκοπού της τροποποίησης της διάταξης τα ακόλουθα : «Στη διάταξη του άρθρου 977 προβλέπεται για πρώτη φορά και η ικανοποίηση από το εκπλειστηρίασµα και των µη προνοµιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10 %) του ποσού του πλειστηριάσµατος που πρέπει να διανεµηθεί στους πιστωτές. Με τον τρόπο αυτό ενθαρρύνονται και οι µη προνοµιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόµα και αν υπάρχουν προνοµιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω µικρό, του πλειστηριάσµατος». Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ΜΠρΗρακλείου 54/2021.

Υπό την ανωτέρω διατύπωση διαφαίνεται ότι ο νομοθέτης προσέβλεψε κυρίως με την εν λόγω διάταξη στην ενθάρρυνση των εγχειρόγραφων δανειστών όπως αναλαμβάνουν πρωτοβουλία ως επισπεύδοντες στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ∙ η υλοποίηση της νομοθετικής ratio αυτής τίθεται εν αμφιβόλω στην περίπτωση που αναγνωρισθεί η δυνατότητα συλλήβδην κατάταξης των προνομιούχων πιστωτών στο υπόλοιπο 10 % κατά το μέτρο που δεν ικανοποιήθηκε η απαίτηση τους με βάση το προνόμιο της, ενώ διάφορο και διακριτό είναι το ζήτημα κατά πόσον ο διαθέτων απαίτηση εξοπλισμένη με προνόμιο πιστωτής, νομιμοποιείται να αναγγείλει μέρος (ή και το όλον αυτής) ως απλός εγχειρόγραφος. Στο δεύτερο ερώτημα θα πρέπει να γίνει δεκτή η καταφατική εκδοχή, αφού καταλείπεται στη διάθεση του αναγγελλόμενου πιστωτή το κατά πόσον θα ποιήσει χρήση του προνομίου του.

Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση