Ιστολόγιο

Στο παρόν ιστολόγιο δημοσιεύονται άρθρα και δικαστικές αποφάσεις τον οποίων η επιλογή στηρίχθηκε στην ιδιαιτερότητα των υποθέσεων που έκριναν και στο νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν


Σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 679/2016, ως προς την δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων ακολουθείται η πρακτική της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφορούν στα πρόσωπα των πληρεξουσίων δικηγόρων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις με αρ. 1319/2000, 43/2009 της Aρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση με αρ. 2/2006).

Ακύρωση επιταγής προς απόδοση της νομής κατακυρωθέντος ακινήτου ελλείψει νομίμου τίτλου κυριότητας του ακινήτου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο πλειστηριασμός του ήταν τυπικά έγκυρος


Ορθά η ΜΠρΗρ 333/2020 απόφαση ακύρωσε επιταγή προς απόδοση πλειστηριασθέντος ακινήτου παρ’ όλο που ο υπερθεματιστής με αίτησή του προς το Κτηματολογικό Γραφείο Ηρακλείου είχε ζητήσει και είχε καταχωρίσει στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, καθόσον αυτή η καταχώριση έλαβε χώρα μετά την κοινοποίηση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που είχε διατάξει την απαγόρευση κάθε μεταβολής της υπάρχουσας νομικής και πραγματικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας των αιτούντων-οφειλέτων. Προς επίρρωση των παραδοχών της ανωτέρω απόφασης εκτίθενται περιληπτικά τα κατωτέρω.

Στο άρθρο 175 εδ. α’ του ΑΚ ορίζεται ότι «η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν ο νόμος την απαγορεύει». Στο επόμενο άρθρο 176 ΑΚ ορίζεται ότι «αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ότι και στην απαγόρευση από το νόμο». Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση και πλειστηριασμό, που είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση διενεργούμενη υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση (ΑΠΟλ 1688/83, ΑΠ 866/2004 ΕλλΔνη 2004, 1261). Η απαγόρευση της διαθέσεως δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται ρητά στο νόμο, αλλά αρκεί να συνάγεται από αυτόν σαφώς η θέληση του νομοθέτη (ΑΠ 797/2000 ΕλλΔνη 41, 1608, ΕφΑθ 4167/2001 ό.π.). Μάλιστα, η απαγόρευση της μεταβίβασης αυτής περιλαμβάνει, όχι μόνο την εκούσια εκποίηση, αλλά και την αναγκαστική εκποίηση, διότι υφίσταται ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης, δηλαδή η διατήρηση του ακινήτου στην κατοχή του δικαιούχου, που επιτρέπει την προσβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, ως άκυρης, λόγω του ακατάσχετου, αλλά και του αναγκαστικού πλειστηριασμού, που μπορεί να προσβληθεί ως διαδικαστική πράξη με ανακοπή κατά της εκτέλεσης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ., αλλιώς ο πλειστηριασμός είναι έγκυρος ως διαδικαστική πράξη, αλλά δεν μεταβιβάζει την κυριότητα (ΟλΑΠ 1688/83 ΝοΒ 32, 1535, ΕφΛαρ 88/2001 ΕλλΔνη 2002, 797).

Ως εκ τούτου, εάν το μέτρο το οποίο ορίστηκε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (προσωρινή ρύθμιση κατάστασης) και παραβιάστηκε, συνίστατο στην απαγόρευση διαθέσεως του πράγματος (ήτοι της μεταβολής της νομικής και πραγματικής του καταστάσεως), η μεταγενέστερη της απόφασης διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στη διάταξη του άρθρου 175 ΑΚ, αφού ο νόμος δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διαθέσεως, αλλά στη διάταξη του άρθρου 176 ΑΚ (πρβλ. άρθρο 691 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Η πάροδος δε της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού μπορεί να τον καθιστά τυπικώς έγκυρο και απρόσβλητο με ανακοπή, αλλά δεν επιφέρει το κατά το ουσιαστικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, δηλαδή της μεταβιβάσεως του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή.

Κατά δε το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Η δικαιοπραξία της ΑΚ 1033 ολοκληρώνεται με την κατάρτισή της με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της συμβάσεως, πλην όμως δεν αναπτύσσει ενέργεια παρά μόνο από τη μεταγραφή (ΑΚ 1194 παρ. 2), η οποία δεν αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της εμπράγματης σύμβασης, αλλά όρο του ενεργού, αίρεση δικαίου. Η διαταχθείσα με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων απαγόρευση της νομικής και πραγματικής κατάστασης ενός ακινήτου, αυτονόητα καταλαμβάνει όλες τις νομικές και υλικές πράξεις που απαιτούνται για να επέλθει η μεταβολή αυτή, ήτοι και την μεταγραφή του οικείου συμβολαιογραφικού εγγράφου. Συνεπώς η μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου που συντελείται μετά την έκδοση και κοινοποίηση της απόφασης που διατάσσει την απαγόρευση της νομικής και πραγματικής κατάστασης ενός ακινήτου δεν αντιτάσσεται έναντι του υπερ’ ου η απαγόρευση, που δικαιούται να επικαλεστεί την υπέρ αυτού δικαστική απαγόρευση διάθεσης.

Επιπλέον με τη διάταξη του άρθρου 1005 Κ.Πολ.Δ. καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και συνακόλουθα ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ’ ου η εκτέλεση τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτά «δυνάμει συμβάσεως» όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 199, 513,1 192 και 1198 ΑΚ, αποτελεί, ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνει με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή (Ολομ.ΑΠ 1/1998 ΕλλΔνη 39, 64). Η δε περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί τον νόμιμο τίτλο, από τη μεταγραφή του οποίου (και όχι από την κατακύρωση αφού αυτή δεν αναπτύσσει εμπράγματη ενέργεια : ΕφΑθ 834/1994 Αρμ 1994, 580, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας άρθρο 965 ΙΙ αρ. 9 σελ. 1856 και άρθρο 1005 αρ. 2 σελ. 1968) μετατίθεται η κυριότητα του ακινήτου στον υπερθεματιστή (ΟλΑΠ 2/1993 ΝοΒ 1993, 359, 1/1998 Δ 1998, 746). Με την κατακύρωση, τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής έκθεσης και την εκούσια ή αναγκαστική εγκατάστασή του στο πλειστηριασθέν ο υπερθεματιστής αποκτά τη νομή (ΕφΑθ 5537/1989 Δ 1990, 78). Με τη μεταγραφή δεν γίνεται μετάθεση νομής για την οποία απαιτείται πραγματική παράδοση του ακινήτου.

Η εγγραφή πράξεων στα βιβλία μεταγραφών είναι διοικητική πράξη και τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να ακυρώσουν αυτήν (ΑΠ 888/1977 ΝοΒ 26.703, ΕφΑθ 673/1990 Αρμ 1990,634, ΕφΑθ 7467/1976 ΝοΒ 25,757, ΕφΑθ 2346/2007 ΕφΑΔ 2009, σελ. 412, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 673/1990 Αρμ 1990,634, ΕφΑθ 7467/1976 ΝοΒ 25,757). Η άκυρη μεταγραφή θεωρείται ότι δεν έγινε και επομένως δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Δεν μεταβιβάζει την κυριότητα έστω και αν η σύμβαση ως τέτοια είναι ισχυρή (Μπαλής ΕμπρΔ παρ. 191). Η ακυρότητα επέρχεται αυτοδικαίως και δεν είναι απαραίτητο να απαγγελθεί η ακυρότητα με δικαστική απόφαση (ΠρΚορ 224/1979 ΝοΒ 27, 1367, ΑΠ 888/1977 ΝοΒ 27, 703). Δεν αποκλείεται όμως να ζητηθεί με αναγνωριστική αγωγή, η αναγνώριση ή διαπίστωση της ακυρότητας από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΕφΑθ 5510/2010 ΕλλΔνη 2010, 814). Η ακυρότητα μπορεί επίσης να προβληθεί παρεμπιπτόντως με άλλη αγωγή, με ανταγωγή ένσταση ή αντένσταση (Ράμμος ΕρμΑΚ άρθρο 1196, αρ. 28).

Στον πλειστηριασμό των ακινήτων, όπως και σε αυτόν των κινητών, για τη μεταβίβαση της κυριότητας απαιτείται να πληρωθούν οι όροι του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή η συμφωνία για μετάθεση της κυριότητας «για κάποια νόμιμη αιτία», σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ. Η συμφωνία αυτή περιέχεται στον πλειστηριασμό, που αποτελεί την αιτία κτήσης, δηλαδή την νόμιμη αιτία της μεταβίβασης (Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτ. ΙV, άρθρο 1005, σελ. 1813). Η κατα το άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ. περίληψη της καταακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος μεταγραφής, προκειμένου να μεταβιβαστεί στον υπερθεματιστή η κυριότητα του ακινήτου που του κατακυρώθηκε. αναγκαστικώς μετά τη νομότυπη και κανονική εκ μέρους του εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και ιδίως εκείνης της πληρωμής του εκπλειστηριάσματος (ΑΠ 1424/2005, 1471/2004, 610/2002). Λόγω της απόκτησης της κυριότητας εκ μέρους του υπερθεματιστή με παράγωγο τρόπο, καθίσταται ειδικός διάδοχος του καθ’ ου η εκτέλεση – οφειλέτη (Γεωργιάδης, ΕμπρΔικ, § 6, αριθμ. 3, Νικολόπουλος, Ο αναπλειστηριασμός, σελ. 75, υποσημ. 69, Γέσιου – Φαλτσή, Δίκ. Αναγκ. Εκτ., ΙΙ, § 61 ΙI, σελ. 500 – 501, Νίκας, Δίκ. Αναγκ. Εκτ. ΙΙ, §49, αριθμ. 18, σελ. 407 – 408, βλ. επίσης ενδεικτικά από τη νομολογία: ΑΠ 1531/2012, ΝΟΜΟΣ = Ε7 2013, 505, ΑΠ 442/1993, ΕΕΝ 1994, 305, κατά την οποία «Με την αναγκαστική εκτέλεση και τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθεματιστή, αλλά μεταβιβάζονται σ’ αυτόν όσα δικαιώματα είχε επί του πλειστηριασθέντος πράγματος ο οφειλέτης … Συνεπώς, επί αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου που ανήκει στον οφειλέτη, με τη κατακύρωση και τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως ο υπερθεματιστής αποκτά, με τρόπο παράγωγο, την κυριότητα επ’ αυτού (άρθρα 1192 και 1198 ΑΚ)», ΑΠ 715/1988, ΕΕΝ 1989, 376, ΕφΘεσ 1762/2003, Αρμ 2004, 123, ΕφΑθ 358/2002, ΕλλΔνη 2002, 779, ΜΠρΘεσ, 943/2004, Αρμ 2005, 1290). Η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως αποτελεί λοιπόν το νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής της μετατίθεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή (Ολ.Α.Π. 2/1993). Πριν από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως δεν υπάρχει μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος και πριν από την έκδοση της περιλήψεως αυτής, δεν υπάρχει ούτε εμπράγματη σύμβαση ούτε άλλη, εμπράγματη ή ενοχική, δέσμευση των εμπλεκομένων μερών (ΑΠ 1083/2017).

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η κατακύρωση δεν αναπτύσσει εμπράγματη ενέργεια, αλλά δημιουργεί απλώς ιδιόρρυθυνη «ενοχική» σχέση (πωλήσεως) και η μεταβίβαση κυριότητας στα ακίνητα επέρχεται μόνο με τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, που συνιστά το νόμιμο τίτλο για τη μεταβίβαση αυτή (πέραν της ανωτέρω νομολογίας βλ. ΕφΑθ 358/2002, ΕλλΔνη 2002. 779, ΜΠρΘεσ 943/2004, Αρμ 2005, 1290, κατά την οποία η κατακύρωση, καθ’ εαυτή, δεν αναπτύσσει εμπράγματη ενέργεια, καθώς και για τη μεταβίβαση της κυριότητας απαιτείται η μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως).

Περαιτέρω, η χορήγηση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη και ως τέτοια υπόκειται στον κανόνα των δικονομικών ακυροτήτων και προσβάλλεται αποκλειστικά με την ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., μέσα στην προθεσμία των ενενήντα ημερών από την μεταγραφή της (άρθρο 934 § 1, εδ. γ Κ.Πολ.Δ.), από την άπρακτη παρέλευση των οποίων η περίληψη καθίσταται απρόσβλητη (Νίκας, Δίκ. Αναγκ. Εκτ. ΙΙ, §49, αριθμ. 14, σελ. 402 επ.). Επομένως η περίληψη αποτελεί πρωτίστως διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων) που εντάσσεται στην έννοια της τελευταίας πράξης αυτής (άρθρο 934 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία μπορεί να προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 επ. του Κ.Πολ.Δ., ως άκυρη πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (μη σύννομη καταβολή του πλειστηριάσματος). Η ανακοπή ασκείται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ’ του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 659/2005 ΕλλΔνη 46, 1088 και ΑΠ 1083/1994 ΕλλΔνη 37, 113, ΕφΑθ 1433/2007 ΕΦΑΔ 2008, 235).

Παράλληλα, όπως ορίζεται ρητά στο νόμο (άρθρο 1005 § 2 Κ.Πολ.Δ.), αποτελεί και εκτελεστό τίτλο υπέρ του υπερθεματιστή, βάσει του οποίου δύναται να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση προς απόδοση του ακινήτου, αν ο καθ’ ου κατακρατά το πλειστηριασθέν ακίνητο και αρνείται την απόδοσή του (Νίκας, Δίκ. Αναγκ. Εκτ. ΙΙ, §49, αριθμ. 13, σελ. 401 επ. και υποσημ. 55 και αριθμ. 20 επ., σελ. 408 – 409). Η εκτέλεση αυτή είναι νέα σε σχέση με αυτήν που οδήγησε στον πλειστηριασμό, ενώ ακολουθεί τους κανόνες της άμεσης εκτέλεσης που προβλέπονται για την παράδοση ακινήτων (άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ., AΠ 673/2019 ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολ.Δ. άρθρο 1005 αρ. 6 σελ. 1969). Με τη λήψη απογράφου και την επίδοση επιταγής προς εκτέλε¬ση, η οποία συντάσσεται στο αντίγραφο απογράφου της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, αρχίζει η κατά το άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ. νέα και αυτοτελής διαδικασία ανα¬γκαστικής εκτελέσεως. Κατά της νέας αυτής αναγκαστικής εκτελέσεως επιβάλλεται η άσκηση ανακοπής του άρ¬θρου 933 Κ.Πολ.Δ. (ΜΠρΖακυνθ 43/2017 ΕφΑθ 2017, 977).

Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση