Ιστολόγιο

Στο παρόν ιστολόγιο δημοσιεύονται άρθρα και δικαστικές αποφάσεις τον οποίων η επιλογή στηρίχθηκε στην ιδιαιτερότητα των υποθέσεων που έκριναν και στο νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν


Σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 679/2016, ως προς την δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων ακολουθείται η πρακτική της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφορούν στα πρόσωπα των πληρεξουσίων δικηγόρων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις με αρ. 1319/2000, 43/2009 της Aρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη γνωμοδότηση με αρ. 2/2006).

Η δυνατότητα αναστολής κατά της διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης (Μέρος 1ο)


Με τις διατάξεις του ν. 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροποποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.), μεταξύ των οποίων και σε εκείνο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου § 3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των αναγκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πληρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η.01.2016. Εάν, αντιθέτως, η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από την 2α.01.2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. που ίσχυαν έως την 1η.01.2016, περιλαμβανομένου ασφαλώς και του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, προέβλεπε ότι «με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής», αφορούσε δηλαδή κάθε είδος αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ότι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλ. την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής αφού κατ’ άρθ. 933 συνδ. 954 Κ.Πολ.Δ. (όπως αντικαταστάθηκαν με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 του ν. 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να αναστέλλει την εκτέλεσή της (937 § 1 περ. β’ εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ., όπως η § 1 αντίκαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθ. 1 του ν. 4335/2015).

Περαιτέρω, στο άρθρο 937 § 1 Κ.Πολ.Δ., όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι : α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης επί της ανακοπής μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (περ. β’ εδ. γ’) και β) σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ. γ’). Για τα λοιπά, όμως, μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθρου 926 Κ.Πολ.Δ., δηλ. από την πάροδο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση λ.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σαφώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επιπλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 επ. Κ.Πολ.Δ., η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομένως μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόψει των προθεσμιών του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.) θα είναι μεγαλύτερος των τριών μηνών - συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύτερος.

Τίθεται, επομένως, το ερώτημα εάν στις περιπτώσεις της έμμεσης εκτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυτό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους :

α) Η αναγκαστική εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτό, ο νομοθέτης του Κ.Πολ.Δ. παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προβάλλει λόγους οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ακύρωση της εκτέλεσης [ενδεικτικά στη θεωρία Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. I § 43 αρ. 1].

β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαιούται κατ’ άρθρο 20 του Συντάγματος [έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση υπό άρθρο 938 αρ. 2]. Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν λ.χ. ο οφειλέτης επικαλείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κ.λπ. [μάλιστα η κατάργηση του άρθρου 938 Κ.Πολ.Δ. έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη - βλ. Μακρίδου - Απαλαγάκη - Διαμαντόπουλου, Πολιτική Δικονομία - Θεωρία υπό το Ν 4335/2015, σ. 39].

γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκολα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, καθόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρόσφορο για την ικανοποίησή του.

δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού: με την υπ’ αρ. Συμβ. ΑΠ 11/2017 [ΤΝΠ Ισοκράτης ΔΣΑ], που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής για εκτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: «Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 Κ.Πολ.Δ., εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982 επ. Κ.Πολ.Δ.), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (ΣυμβΑΠ 142/2016)». Όμοια λύση προτείνεται και σε Μακρίδου - Απαλαγάκη - Διαμαντόπουλου ό.π. (όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα).

Κατά την άποψη αυτή, γίνεται δεκτή η ανάγκη αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 937 παρ. γ’ ή εφαρμογή των άρθρων 731 επ. Κ.Πολ.Δ., ώστε να αποφευχθεί τελικά η δημιουργία μόνιμων και δυσχερώς αναστρέψιμων καταστάσεων σε βάρος του οφειλέτη [ΑΠ (συμβ.) 11/2017, ΔΕΕ 2017/1063 Χατζηιωάννου, ό.π., σελ. 662, ΑΠ (συμβ. 142/2016, ΔΠρΠειρ 227/2018, δημοσίευση NΟΜΟΣ, ΜΠρΗλ 23/2019Αρμ 2019/564] μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που, παρά την επιδειχθείσα πρόνοια του οφειλέτη, δεν καταλείπεται περιθώριο σ’ αυτόν να αντιδράσει, εντός διαστήματος που θα ήταν τούτο εφικτό, με άσκηση ανακοπής και ύπαρξη αποτελέσματος επ’ αυτής, περίπτωση που απαντάται ιδίως στις περιπτώσεις κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπου προβλέπεται διαδικασία που καταλήγει αυτοματοποιημένα σε εκχώρηση εκ του Νόμου των κατασχεμένων απαιτήσεων στον κατασχόντα, στην περίπτωση κατάσχεσης χρημάτων (ως κινητών) ή άλλων κινητών δεκτικών δημόσιας κατάθεσης. Κατά άλλη άποψη, δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι [πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 731 Κ.Πολ.Δ. - βλ. τη σχετική προβληματική σε Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. I § 43 αρ. 12 - 15], ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται αναγκαία η συστηματική - τελολογική ερμηνεία του άρθρου 937 § 1 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλαδή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. [ενδεικτικά ΜΠρΑμαλ 58/2017 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΖακυνθ 81/2018].

Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το καταργηθέν άρθρο 938 Κ.Πολ.Δ. όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι α) η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ήδη το άρθρο 937 § 1 Κ.Πολ.Δ. στη μεν περίπτωση β΄, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις στη δε περ. γ’, δηλ. τις αιτήσεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γίνεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι ισχύουν αμφότερες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθόσον υπάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων (εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστική εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση).